Χιονοδρομικό Κέντρο Βασιλίτσας: Παραχώρηση σαράντα ετών σε εταιρεία επτά μηνών !!!!!
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ Η ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας δεν μπορεί παρά να αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη Δυτική Μακεδονία, μια περιοχή που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της βίαιης απολιγνιτοποίησης, της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της διαρκούς […]
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η ανάπτυξη της ελληνικής περιφέρειας δεν μπορεί παρά να αποτελεί εθνική προτεραιότητα. Πολύ περισσότερο όταν πρόκειται για τη Δυτική Μακεδονία, μια περιοχή που τα τελευταία χρόνια βρέθηκε αντιμέτωπη με τις συνέπειες της βίαιης απολιγνιτοποίησης, της συρρίκνωσης της οικονομικής δραστηριότητας και της διαρκούς πληθυσμιακής αποδυνάμωσης. Κάθε σοβαρή επένδυση που μπορεί να δημιουργήσει θέσεις εργασίας, να προσελκύσει επισκέπτες και να αξιοποιήσει τα συγκριτικά πλεονεκτήματα της περιοχής είναι, ασφαλώς, ευπρόσδεκτη.
Υπό αυτή την έννοια, η αξιοποίηση του Εθνικού Χιονοδρομικού Κέντρου Βασιλίτσας αποτελεί μια σημαντική ευκαιρία. Ένα σύγχρονο χιονοδρομικό κέντρο μπορεί να λειτουργήσει ως αναπτυξιακός πυλώνας για ολόκληρη τη Δυτική Μακεδονία και την Ήπειρο, μετατρέποντας τη Βασιλίτσα σε έναν τουριστικό προορισμό τεσσάρων εποχών και ενισχύοντας σημαντικά την τοπική οικονομία.
Ακριβώς όμως επειδή πρόκειται για μια υποδομή εθνικής σημασίας, η οποία παραχωρείται για χρονικό διάστημα που μπορεί να φθάσει τα σαράντα χρόνια, η δημόσια συζήτηση δεν μπορεί να περιορίζεται στο αν η επένδυση είναι επιθυμητή. Το πραγματικό ερώτημα είναι διαφορετικό και πολύ πιο ουσιαστικό: με ποια κριτήρια επιλέχθηκε ο συγκεκριμένος παραχωρησιούχος και πόσο ισχυρές είναι οι εγγυήσεις που συνοδεύουν μια τόσο μακροχρόνια δέσμευση της δημόσιας περιουσίας;
Τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν στη Βουλή δημιουργούν έναν προβληματισμό ο οποίος δύσκολα μπορεί να αγνοηθεί.
Η εταιρεία που ανέλαβε την παραχώρηση, η U RESORT VASILITSA ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ Α.Ε., είχε ιδρυθεί μόλις επτά μήνες πριν από την υπογραφή της σύμβασης, με αρχικό μετοχικό κεφάλαιο 100.000 ευρώ. Κατά τον χρόνο υπογραφής δεν υπήρχαν δημοσιευμένες οικονομικές καταστάσεις, δεν υπήρχε επιχειρησιακό ιστορικό, ούτε αποδεδειγμένη εμπειρία στη λειτουργία και διαχείριση αντίστοιχων χιονοδρομικών ή μεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων. Πρόκειται για αντικειμενικά στοιχεία, τα οποία δεν αποτελούν πολιτικές εκτιμήσεις αλλά δημόσια δεδομένα.
Βεβαίως, κανείς δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι μια νέα εταιρεία είναι καταδικασμένη να αποτύχει. Η επιχειρηματική ιστορία είναι γεμάτη από νεοσύστατες επιχειρήσεις που εξελίχθηκαν σε πρωταγωνιστές της αγοράς. Το θέμα όμως δεν είναι αυτό.
Το ζήτημα είναι ότι εδώ δεν εξετάζουμε μια ιδιωτική επιχειρηματική πρωτοβουλία, στην οποία ο επιχειρηματίας αναλαμβάνει αποκλειστικά το δικό του ρίσκο. Εδώ το Ελληνικό Δημόσιο παραχωρεί μια δημόσια υποδομή στρατηγικής σημασίας για μια ολόκληρη γενιά. Και όταν το Δημόσιο δεσμεύει δημόσια περιουσία μέχρι το 2065, ο πήχης της αξιολόγησης δεν μπορεί παρά να βρίσκεται στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον στοιχείο αφορά την εταιρεία που παρέχει την εταιρική εγγύηση της σύμβασης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που κατατέθηκαν στη Βουλή, η κύρια δραστηριότητά της αφορά τον σχεδιασμό και την πιστοποίηση εκπαιδευτικών προγραμμάτων και όχι τη λειτουργία ή τη διαχείριση χιονοδρομικών κέντρων ή μεγάλων τουριστικών εγκαταστάσεων.
Ασφαλώς, η νομοθεσία δεν επιβάλλει ο εγγυητής να δραστηριοποιείται στον ίδιο επιχειρηματικό κλάδο με τον παραχωρησιούχο. Ωστόσο, όταν το αντικείμενο είναι η αξιοποίηση μιας δημόσιας υποδομής τέτοιας σημασίας, το γεγονός αυτό δημιουργεί εύλογα ερωτήματα. Διότι η πραγματική αξία μιας εταιρικής εγγύησης δεν κρίνεται μόνο από την ύπαρξή της ως συμβατικού όρου, αλλά και από την πραγματική δυνατότητα του εγγυητή να στηρίξει ένα τόσο απαιτητικό επενδυτικό εγχείρημα, εφόσον ποτέ χρειαστεί να ενεργοποιηθεί η εγγύηση.
Σαν να μην αρκούσαν όλα αυτά, υπάρχει ακόμη μία παράμετρος που προκαλεί προβληματισμό. Η παραχώρηση μπορεί να διαρκέσει έως και σαράντα χρόνια, όμως η εταιρική εγγύηση που προβλέπεται στη σύμβαση καλύπτει μόνο την πρώτη δεκαετία. Μετά την παρέλευση των δέκα ετών, ποια πρόσθετη εταιρική διασφάλιση διαθέτει το Ελληνικό Δημόσιο για τα υπόλοιπα τριάντα χρόνια της παραχώρησης; Το ερώτημα αυτό δεν είναι πολιτικό· είναι πρωτίστως ζήτημα χρηστής διαχείρισης της δημόσιας περιουσίας.
Ένα ακόμη ζήτημα που αναδείχθηκε κατά τη συζήτηση στην Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων της Βουλής αφορά το οικονομικό αντάλλαγμα υπέρ του Δημοσίου. Κατά την ενημέρωση της Επιτροπής διευκρινίστηκε ότι το ποσοστό συμμετοχής του Δημοσίου στα έσοδα του παραχωρησιούχου δεν ανέρχεται στο 75%, όπως είχε αρχικά εκληφθεί από το κείμενο της σύμβασης, αλλά μόλις στο 3,1%. Μια τέτοια διαφορά δεν μπορεί να θεωρηθεί μια απλή τυπογραφική αστοχία, καθώς αφορά έναν από τους βασικότερους οικονομικούς όρους της παραχώρησης. Όταν μια σύμβαση που φέρει ήδη τις υπογραφές δύο υπουργών χρειάζεται τέτοιου μεγέθους διευκρινίσεις ενώ βρίσκεται ήδη στη Βουλή προς κύρωση, γεννάται εύλογα το ερώτημα αν οι οικονομικοί όροι της ελέγχθηκαν με την απαιτούμενη πληρότητα πριν από την υπογραφή τους και αν η δέουσα επιμέλεια που απαιτεί η διαχείριση της δημόσιας περιουσίας τηρήθηκε στο σύνολό της.
Ακόμη σημαντικότερο είναι το γεγονός ότι, σύμφωνα με την Ειδική Έκθεση του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το Δημόσιο εξακολουθεί να διατηρεί συγκεκριμένες υποχρεώσεις και ενδεχόμενες δημοσιονομικές επιβαρύνσεις κατά τη διάρκεια της παραχώρησης. Αυτό σημαίνει ότι ο επιχειρηματικός κίνδυνος δεν μεταφέρεται εξ ολοκλήρου στον ιδιώτη, αλλά ένα μέρος του εξακολουθεί να βαραίνει το Ελληνικό Δημόσιο. Και όσο μεγαλύτερο είναι το δημόσιο ρίσκο, τόσο αυστηρότερη θα έπρεπε να είναι η διαδικασία επιλογής και αξιολόγησης του παραχωρησιούχου.
Η ουσία, επομένως, δεν βρίσκεται στο αν η συγκεκριμένη επένδυση θα πετύχει ή θα αποτύχει. Αυτό θα το δείξει ο χρόνος. Η ουσία βρίσκεται στο αν, τη στιγμή που ελήφθη η απόφαση, υπήρχε πλήρης και αντικειμενική τεκμηρίωση ότι το συγκεκριμένο εταιρικό σχήμα διέθετε όλα εκείνα τα χαρακτηριστικά που απαιτεί μια παραχώρηση τέτοιου μεγέθους και τέτοιας χρονικής διάρκειας.
Γιατί οι κυβερνήσεις δεν κρίνονται εκ των υστέρων, όταν μια επένδυση έχει ήδη επιτύχει ή αποτύχει. Κρίνονται τη στιγμή που λαμβάνουν τις αποφάσεις τους και από το αν αυτές στηρίζονται σε αυστηρή αξιολόγηση, επαρκείς εγγυήσεις και πλήρη διαφάνεια.
Η Βασιλίτσα αξίζει να εξελιχθεί σε ένα πρότυπο χιονοδρομικό κέντρο ευρωπαϊκών προδιαγραφών. Οι κάτοικοι της Δυτικής Μακεδονίας αξίζουν πραγματικές επενδύσεις και σταθερή ανάπτυξη. Όμως το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να διασφαλίζει ότι κάθε παραχώρηση στρατηγικής σημασίας βασίζεται σε επιλογές που δεν αφήνουν ούτε την παραμικρή εύλογη αμφιβολία ως προς την οικονομική, επιχειρησιακή και θεσμική επάρκεια εκείνων που αναλαμβάνουν τη διαχείρισή της.
Διότι η δημόσια περιουσία δεν προστατεύεται με αισιοδοξία, ούτε με ευχές ότι όλα θα εξελιχθούν ομαλά. Προστατεύεται με τεκμηρίωση, με αυστηρό έλεγχο και με αποφάσεις που μπορούν να αντέξουν όχι μόνο στην πολιτική αντιπαράθεση της στιγμής, αλλά και στην κρίση της ιστορίας.
