Ανδρέας Βορύλλας: «ΕΘΝΙΚΟ ΑΠΟΛΥΤΗΡΙΟ» Το τίμημα μιας Εκπαίδευσης χωρίς ΣΤΟΧΑΣΜΟ.
Η πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας να ανοίξει τον διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο και τη νέα αρχιτεκτονική του Λυκείου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Κάθε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον του σχολείου είναι καλοδεχούμενη. Η παιδεία εξάλλου δεν είναι στατική, αλλά χρειάζεται αναστοχασμό, προσαρμογές και τολμηρές αποφάσεις. Ωστόσο, ο διάλογος αποκτά νόημα μόνο όταν συνοδεύεται […]
Η πρωτοβουλία του Υπουργείου Παιδείας να ανοίξει τον διάλογο για το Εθνικό Απολυτήριο και τη νέα αρχιτεκτονική του Λυκείου δεν μπορεί να περάσει απαρατήρητη. Κάθε σοβαρή συζήτηση για το μέλλον του σχολείου είναι καλοδεχούμενη. Η παιδεία εξάλλου δεν είναι στατική, αλλά χρειάζεται αναστοχασμό, προσαρμογές και τολμηρές αποφάσεις. Ωστόσο, ο διάλογος αποκτά νόημα μόνο όταν συνοδεύεται από σαφές σχέδιο, κοινωνική ευαισθησία και επίγνωση των πραγματικών συνθηκών μέσα στις οποίες λειτουργεί σήμερα το ελληνικό σχολείο.
Η θέση μας είναι καθαρή: διαφωνούμε με τον πυρήνα του προτεινόμενου μοντέλου, αλλά δεν αρνούμαστε τη συμμετοχή στη συζήτηση. Αντιθέτως, θεωρούμε υποχρέωσή μας να καταθέσουμε συγκεκριμένες ενστάσεις και προτάσεις. Οι επιφυλάξεις μας δεν είναι ιδεοληπτικές, ούτε άγονα αντιδραστικες. Εδράζονται στην εμπειρία της σχολικής πράξης και στην κοινωνική πραγματικότητα.
Πρώτη και σοβαρότερη ανησυχία είναι ο κίνδυνος ενίσχυσης των ιδιωτικών σχολείων. Ένα σύστημα στο οποίο ο βαθμός του σχολείου αποκτά αυξημένη βαρύτητα για την εισαγωγή στην τριτοβάθμια εκπαίδευση προϋποθέτει απολύτως ενιαίους όρους αξιολόγησης. Στην Ελλάδα, όμως, τα σχολεία δεν λειτουργούν υπό ίσες συνθήκες. Διαφέρουν σε υποδομές, αριθμό μαθητών ανά τμήμα, στελέχωση και κοινωνικό περιβάλλον. Τα ιδιωτικά σχολεία διαθέτουν ευελιξία, πόρους και οργανωμένη υποστήριξη που το δημόσιο με τον τρόπο που αντιμετωπίζεται από το ΥΠΑΙΘΑ δεν έχει. Χωρίς ισχυρούς μηχανισμούς διασφάλισης της ισοτιμίας, το Εθνικό Απολυτήριο κινδυνεύει να παγιώσει διαφορές αντί να τις αμβλύνει.
Δεύτερη ένσταση αφορά τη μετατροπή του Λυκείου σε διαρκές εξεταστικό κέντρο. Η επέκταση της αξιολόγησης σε όλες τις τάξεις και η καθοριστική συμβολή της Τράπεζας Θεμάτων δεν αποδεσμεύουν το σχολείο από την εξεταστικοκεντρική λογική. Αντιθέτως, την καθιστούν μόνιμη συνθήκη. Ο μαθητής δεν βιώνει πλέον την τελική δοκιμασία ως κορύφωση μιας πορείας, αλλά κάθε σχολική χρονιά ως κρίσιμο σταθμό που «μετρά» για το μέλλον του. Το άγχος κατανέμεται σε βάθος χρόνου με σοβαρές συνέπειες για την ψυχική κατάσταση του εφήβου.
Η εμπειρία της Τράπεζας Θεμάτων επιτείνει τον προβληματισμό. Όταν τα θέματα δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό επίπεδο διδασκαλίας και στις άνισες δυνατότητες των σχολικών μονάδων, το κενό καλύπτεται από την παραπαιδεία. Οι οικογένειες, αναζητώντας ασφάλεια, στρέφονται σε φροντιστήρια και ιδιαίτερα μαθήματα. Τα αποτελεσματα είναι γνωστά σε όλους μας και περιλαμβάνουν οικονομική επιβάρυνση, διεύρυνση ανισοτήτων και περαιτέρω απαξίωση της σχολικής διαδικασίας.
Πέρα από τα οργανωτικά ζητήματα, υπάρχει και μια βαθύτερη διαφωνία για τον προσανατολισμό της εκπαίδευσης. Το προτεινόμενο πλαίσιο δίνει έμφαση στις δεξιότητες, συχνά σε βάρος της στέρεης γνώσης. Οι δεξιότητες είναι αναγκαίες σε έναν μεταβαλλόμενο κόσμο. Δεν μπορούν, όμως, να υποκαταστήσουν το γνωστικό υπόβαθρο και την ουσιαστική καλλιέργεια. Ένα σχολείο που περιορίζεται στην εκπαίδευση «ικανοτήτων» χωρίς βάθος περιεχομένου κινδυνεύει να παράγει αποφοίτους τεχνικά επαρκείς αλλά πνευματικά ρηχούς.
Η δική μας πρόταση ξεκινά από μια διαφορετική αφετηρία. Θέλουμε ένα Λύκειο ανθρώπινο, με σαφές μορφωτικό στίγμα. Ένα σχολείο που θα έχει αντίκρισμα τόσο στην επαγγελματική πορεία των νέων όσο και στη συγκρότηση της προσωπικότητάς τους. Με ουσιαστική ενίσχυση της Γλώσσας, ως εργαλείου σκέψης και έκφρασης, της Ιστορίας, ως πεδίου κατανόησης της διαδρομής μας, της παράδοσης και της χριστιανικής μας ταυτότητας, που αποτελούν στοιχεία της συλλογικής μας φυσιογνωμίας. Δεν μπορούμε να συναινέσουμε σε μια παιδεία αποστειρωμένη και ουδέτερη, γιατί για εμάς το ζητούμενο είναι μια παιδεία με σαφή πολιτισμικό προσανατολισμό.
Το ερώτημα, τελικά, δεν είναι αν θα αλλάξει το σύστημα πρόσβασης. Είναι ποια αντίληψη για το σχολείο θα επικρατήσει. Ένα Λύκειο που λειτουργεί κυρίως ως μηχανισμός επιλογής και κατάταξης ή ένα Λύκειο που μορφώνει, στηρίζει και καλλιεργεί; Ένα σύστημα που μεταφέρει το βάρος στις οικογένειες και ενισχύει την εκπαιδευτική αγορά ή ένα σύστημα που επενδύει έμπρακτα στο δημόσιο σχολείο;
Στον διάλογο που άνοιξε, θα συμμετάσχουμε με υπευθυνότητα. Δεν θα δώσουμε, όμως, λευκή επιταγή. Η μεταρρύθμιση της παιδείας απαιτεί κοινωνική δικαιοσύνη, ρεαλισμό και καθαρό προσανατολισμό. Διαφορετικά, ο κίνδυνος είναι να αλλάξουν οι διαδικασίες χωρίς να βελτιωθεί η ουσία και αυτό θα το πληρώσουν πρώτοι οι μαθητές.
Ανδρέας Βορύλλας, ΝΙΚΗ Βουλευτής Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών
