«Ηθική αντί Θρησκευτικών: ουδετερότητα ή αποδόμηση;»
Το Υπουργείο Παιδείας ανήγγειλε με περηφάνεια την εισαγωγή ενός νέου μαθήματος στα σχολεία, της Ηθικής, ως εναλλακτικής επιλογής των Θρησκευτικών για μαθητές και μαθήτριες που κωλύονται να παρακολουθήσουν τα Θρησκευτικά. Αυτό θα ήταν αθώο, εάν όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαμε συστηματική υποτίμηση των Θρησκευτικών, με αποκορύφωμα τη φετινή χρονιά στην οποία δεν καλύφθηκαν τα […]
Το Υπουργείο Παιδείας ανήγγειλε με περηφάνεια την εισαγωγή ενός νέου μαθήματος στα σχολεία, της Ηθικής, ως εναλλακτικής επιλογής των Θρησκευτικών για μαθητές και μαθήτριες που κωλύονται να παρακολουθήσουν τα Θρησκευτικά. Αυτό θα ήταν αθώο, εάν όλα αυτά τα χρόνια δεν είχαμε συστηματική υποτίμηση των Θρησκευτικών, με αποκορύφωμα τη φετινή χρονιά στην οποία δεν καλύφθηκαν τα κενά ούτε κατά το ήμισυ.
Η εισαγωγή ενός νέου μαθήματος, όμως, με ανοιχτή επιλογή σε όποιον δεν επιθυμεί τα Θρησκευτικά, φέρνει στο προσκήνιο βαθύτερα ερωτήματα που αφορούν τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε την ηθική αγωγή, τον ρόλο της εκπαίδευσης και, τελικά, το είδος της κοινωνίας που επιθυμούμε να διαμορφώσουμε. Σε μια χώρα όπως η Ελλάδα, με ιστορική συνέχεια και έντονη παρουσία της ελληνορθόδοξης παράδοσης στη συλλογική της ταυτότητα, το ζήτημα αυτό αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα.
Η σύγχρονη θεώρηση της Ηθικής, όπως συχνά προτείνεται στο πλαίσιο ενός «ουδέτερου» μαθήματος αξιών, εστιάζει πρωτίστως στο άτομο ως αυτόνομη μονάδα. Η ηθική παρουσιάζεται ως αποτέλεσμα προσωπικών επιλογών, ατομικής κρίσης και υποκειμενικών αξιακών σταθμίσεων, αποκομμένων από την ιστορική, πολιτισμική και κοινωνική τους βάση. Η αντίληψη αυτή έρχεται σε σαφή αντίθεση με την ελληνορθόδοξη παράδοση, όπου ο άνθρωπος νοείται ως πρόσωπο που συγκροτείται μέσα στη σχέση και την κοινότητα. Η ηθική, σε αυτό το πλαίσιο, δεν αποτελεί ατομικό κατασκεύασμα αλλά καρπό κοινής εμπειρίας, πίστης και ζωής, όπου το «εμείς» προηγείται του «εγώ».
Η μετατόπιση από μια κοινοτική σε μια ατομοκεντρική αντίληψη της ηθικής, όπως αυτή διαμορφώνεται στο πλαίσιο της νεωτερικότητας και του Διαφωτισμού θεμελιώνεται στην ηθική στην αυτονομία του ατόμου και στη λογική του ικανότητα να διακρίνει το ηθικά ορθό μέσα από καθολικές αρχές. Ωστόσο, η αποσύνδεση αυτής της ηθικής από τη ζώσα κοινότητα, την παράδοση και το κοινό βίωμα οδηγεί συχνά σε μια αφηρημένη και αποϊστορικοποιημένη ηθική κρίση, η οποία δυσκολεύεται να λειτουργήσει ως συνεκτικός ιστός μιας συγκεκριμένης κοινωνίας με βαθιά πολιτισμικά και θρησκευτικά θεμέλια. Σε μια κοινωνία με βαθιές ελληνορθόδοξες ρίζες, η αποδυνάμωση της συλλογικής ηθικής συνείδησης οδηγεί αναπόφευκτα σε ρήξη με την πολιτισμική της ταυτότητα και σε αποσύνδεση των νέων από το αξιακό πλαίσιο μέσα στο οποίο ιστορικά διαμορφώθηκε ο ελληνισμός.
Παράλληλα, το μάθημα της Ηθικής προβάλλεται ως μέσο σεβασμού της διαφορετικότητας και προώθησης της ισότητας. Ωστόσο, στην πράξη, παρατηρείται μια προσπάθεια απόλυτης ομογενοποίησης, όπου η απομάκρυνση από τις εθνικές και θρησκευτικές ρίζες παρουσιάζεται ως προϋπόθεση για την αντικειμενικότητα και την ουδετερότητα. Και εδώ ακριβώς εντοπίζεται ένα μεγάλο ζήτημα. Η βάση που θέτει η ηθική για την αντιμετώπιση σύγχρονων ηθικών διλημμάτων, όπως η έκτρωση, η αλλαγή φύλου, ο σεξουαλικός προσανατολισμός και γενικότερα ζητήματα βιοηθικής είναι σχετική, καθώς η αυτοδιάθεση και η προσωπική επιλογή προβάλλονται ως υπέρτατες αξίες. Μία τέτοια προσέγγιση, όμως, έρχεται σε πλήρη αντίθεση με το Ορθόδοξο Δόγμα, τη διδασκαλία και την ανθρωπολογία της Εκκλησίας μας. Για την ελληνορθόδοξη παράδοση, τα ζητήματα αυτά συνδέονται άρρηκτα με την ιερότητα της ζωής και την μοναδικότητα του ανθρώπινου προσώπου.
Η μεταφορά μιας διαφορετικής ηθικής βάσης στο σχολικό περιβάλλον, χωρίς σαφή αναφορά σε αυτή τη θεμελιώδη αντίθεση ανθρωπολογιών, δημιουργεί αναπόφευκτα σύγχυση στους μαθητές. Τα παιδιά και οι έφηβοι καλούνται να διαχειριστούν αντικρουόμενα μηνύματα: από τη μία την οικογένεια και την εκκλησιαστική παράδοση, που προσεγγίζουν τα ηθικά ζητήματα μέσα από το πρίσμα της ιερότητας της ζωής και της ευθύνης απέναντι στον άλλον, και από την άλλη ένα σχολικό λόγο που παρουσιάζει την ηθική ως πεδίο ατομικών επιλογών χωρίς υπερβατικό ή κοινοτικό σημείο αναφοράς. Το αποτέλεσμα δεν είναι η καλλιέργεια κριτικής σκέψης, αλλά η αποδυνάμωση κάθε σταθερού ηθικού προσανατολισμού.
Φαίνεται πως το Υπουργείο Παιδείας αρχίζει να μετατοπίζεται από την ελληνική παιδεία και στη θέση της να τοποθετεί μία διεθνοποιημένη, ουδέτερη, που στέκεται ως απόλυτος μιμητής της δυτικής σκέψης, θέτοντας στο περιθώριο αιώνες πολιτισμού, βαρύτιμα κείμενα πατέρων της Εκκλησίας μας, παράδοση βαθιά ριζωμένη στη θρησκεία και ηθική που θέλει τον άνθρωπο εν σχέσει και όχι ως μονάδα. Ένας τέτοιος προσανατολισμός όμως, ξενικός στην υφή και στο περιεχόμενό του δεν μπορεί να χωρέσει στο ελληνικό σχολείο.
Σήμερα, περισσότερο από ποτέ, σε μια εποχή όπου η γλώσσα φτωχαίνει, οι εικόνες και τα πρότυπα των ξένων πολιτισμών εισέρχονται αφιλτράριστα στην καθημερινότητα των παιδιών και η εθνική αυτοσυνειδησία μοιάζει συχνά να υποχωρεί, το σχολείο καλείται να επαναπροσδιορίσει τον ρόλο του. Και ο ρόλος του δεν είναι η προσαρμογή στις νέες τάσεις που εισχωρούν, αλλά η λειτουργία του ως χώρος παιδείας με μνήμη, συνέχεια και ευθύνη. Η ελληνική κοινωνία δεν στερείται ανοίγματος προς τον κόσμο, ποτέ δεν συνέβη αυτό, πάντοτε, εξάλλου, συνομιλεί με αυτόν. Αυτό που κινδυνεύει να χάσει είναι το εσωτερικό της μέτρο, το νήμα που συνδέει τη γλώσσα, την ιστορία, την πίστη και την ηθική της συγκρότηση.
Η εθνική παιδεία δεν ταυτίζεται με τον αποκλεισμό ούτε με την άρνηση της ετερότητας. Αντίθετα, προϋποθέτει την ύπαρξη σταθερών αναφορών, πάνω στις οποίες μπορεί να στηριχθεί ο διάλογος με τον άλλον. Μια κοινωνία που δεν γνωρίζει ποια είναι, αδυνατεί και να συναντήσει ουσιαστικά τον διαφορετικό. Η αποσύνδεση της εκπαίδευσης από τις ρίζες που ιστορικά κράτησαν το έθνος όρθιο, ακόμη και σε περιόδους σκλαβιάς και δοκιμασίας, δεν οδηγεί στην πρόοδο, αλλά στην αποσύνθεση.
Δεν χρειαζόμαστε περισσότερη ουδετεροποίηση, ούτε μια ηθική αγωγή απογυμνωμένη από συλλογικό νόημα. Ούτε μια εκπαίδευση που μεταθέτει το βάρος αποκλειστικά στην ατομική ευθύνη, χωρίς κοινό αξιακό ορίζοντα. Χρειαζόμαστε κοινότητες ανοιχτές, κοινωνίες που σέβονται τον άλλον, αλλά μιλούν την ίδια γλώσσα αξιών. Χρειαζόμαστε μια παιδεία που να μορφώνει πρόσωπα και όχι απλώς αυτόνομα άτομα. Ζητάμε μια εθνική παιδεία που να αντλεί από την παράδοση χωρίς να φοβάται τον κόσμο, και να συνομιλεί με τον κόσμο χωρίς να απαρνείται τον εαυτό της.
Ανδρέας Βορύλλας, βουλευτής ΝΙΚΗ Β2 Δυτικού τομέα Αθηνών
