Μεταξύ ευθυνών και υπεκφυγών: Η κυβέρνηση μπροστά στην κρίση του Σκανδάλου του ΟΠΕΚΕΠΕ
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ Η πρόσφατη τοποθέτηση του Πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως μια πράξη ευθύνης και θεσμικής εγρήγορσης, ως μια προσπάθεια να δοθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που δεν φοβάται την αλήθεια και που αντιμετωπίζει τα προβλήματα με διαφάνεια. Ωστόσο, πίσω […]
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η πρόσφατη τοποθέτηση του Πρωθυπουργού για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ επιχειρεί να παρουσιαστεί ως μια πράξη ευθύνης και θεσμικής εγρήγορσης, ως μια προσπάθεια να δοθεί η εικόνα μιας κυβέρνησης που δεν φοβάται την αλήθεια και που αντιμετωπίζει τα προβλήματα με διαφάνεια. Ωστόσο, πίσω από τη ρητορική αυτή, αναδεικνύεται μια πολύ διαφορετική πραγματικότητα: μια διαχείριση κρίσης που χαρακτηρίζεται από καθυστερήσεις, αντιφάσεις και κυρίως από απροθυμία ανάληψης ουσιαστικής πολιτικής ευθύνης.
Η αποστολή της δικογραφίας στη Βουλή και το αίτημα άρσης ασυλίας 11 βουλευτών της ΝΔ, παρουσιάστηκαν ως αποδείξεις θεσμικής λειτουργίας. Όμως, η κοινωνία δεν αρκείται πλέον σε διαδικαστικές κινήσεις. Οι πολίτες δεν ζητούν απλώς να κινηθούν οι προβλεπόμενες διαδικασίες· ζητούν καθαρές πολιτικές πράξεις, που να δείχνουν ότι η εξουσία αντιλαμβάνεται το βάρος της ευθύνης της. Σε αυτό το σημείο, η στάση της κυβέρνησης αποδεικνύεται ανεπαρκής. Δεν υπήρξε καμία σαφής πρωτοβουλία για άμεση πολιτική αποφόρτιση της υπόθεσης, όπως θα ήταν, για παράδειγμα, η απαίτηση παραίτησης ή προσωρινής απομάκρυνσης των εμπλεκομένων από τα κοινοβουλευτικά τους καθήκοντα. Αντίθετα, επιλέχθηκε μια στάση αναμονής, η οποία παραπέμπει περισσότερο σε διαχείριση πολιτικού κόστους παρά σε ανάληψη ευθύνης.
Η επίκληση του τεκμηρίου αθωότητας αποτελεί αυτονόητη αρχή σε ένα κράτος δικαίου. Ωστόσο, δεν μπορεί να λειτουργεί ως άλλοθι πολιτικής αδράνειας. Η πολιτική ευθύνη είναι έννοια ευρύτερη από την ποινική και δεν εξαρτάται από την έκβαση μιας δικαστικής διαδικασίας. Όταν προκύπτουν σοβαρές ενδείξεις για δυσλειτουργίες, παρεμβάσεις ή σκιές στη λειτουργία ενός δημόσιου οργανισμού, η πολιτική ηγεσία οφείλει να δράσει άμεσα, ανεξαρτήτως του αν θα αποδοθούν ποινικές ευθύνες.
Ιδιαίτερα προβληματική είναι και η στάση του Πρωθυπουργού απέναντι στη Δικαιοσύνη. Η δημόσια έκκληση προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία να κινηθεί «ταχύτατα» μπορεί να ακούγεται εύλογη, όμως εγείρει σοβαρά ερωτήματα θεσμικής τάξης. Η Δικαιοσύνη δεν μπορεί να λειτουργεί υπό δημόσιες παροτρύνσεις, ούτε να επιταχύνει ή να επιβραδύνει ανάλογα με τις πολιτικές ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης. Η ανεξαρτησία της δεν είναι διαπραγματεύσιμη.
Ταυτόχρονα, η συζήτηση αποφεύγει συστηματικά το μεγαλύτερο και πιο ουσιαστικό πρόβλημα: τη χρόνια νωθρότητα της ελληνικής δικαιοσύνης. Πρόκειται για μια παθογένεια που δεν αφορά μόνο τη συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά διαπερνά το σύνολο της λειτουργίας του κράτους. Καθυστερήσεις ετών, υποθέσεις που παραγράφονται, διαδικασίες που σέρνονται χωρίς αποτέλεσμα – όλα αυτά συνθέτουν μια εικόνα που υπονομεύει βαθιά την εμπιστοσύνη των πολιτών.
Στην περίπτωση του ΟΠΕΚΕΠΕ, το ζήτημα αυτό αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία. Οι πληροφορίες για πολλαπλές δικογραφίες, για ελέγχους που αφορούν συγκεκριμένα χρονικά διαστήματα και για ενδεχόμενα αδικήματα όπως απάτη, απιστία και παράβαση καθήκοντος, δημιουργούν ένα περιβάλλον που απαιτεί ταχύτητα, διαφάνεια και αποφασιστικότητα. Αντί γι’ αυτό, υπάρχει ο φόβος ότι η υπόθεση θα χαθεί μέσα στη γνωστή γραφειοκρατική αδράνεια, με τον κίνδυνο ακόμη και της παραγραφής να παραμένει υπαρκτός.
Η ευθύνη για αυτή την κατάσταση δεν είναι αφηρημένη ούτε «διαχρονική» με την έννοια της απουσίας συγκεκριμένων υπευθύνων. Η σημερινή κυβέρνηση βρίσκεται στην εξουσία από το 2019 και είχε τον χρόνο και την πολιτική ισχύ να προχωρήσει σε ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις στη Δικαιοσύνη. Αντί για βαθιές τομές, είδαμε αποσπασματικές παρεμβάσεις, χωρίς να αντιμετωπιστεί η ρίζα του προβλήματος: η έλλειψη ταχύτητας, η πολυπλοκότητα των διαδικασιών και η απουσία πραγματικής λογοδοσίας.
Παράλληλα, η προσπάθεια να υποβαθμιστεί η υπόθεση με το επιχείρημα ότι δεν υπάρχει άμεσο οικονομικό όφελος για τους εμπλεκόμενους βουλευτές δείχνει μια επικίνδυνη στενότητα αντίληψης. Η ζημία για το δημόσιο συμφέρον δεν περιορίζεται μόνο σε χρηματικά ποσά. Οι πελατειακές σχέσεις, οι παρεμβάσεις σε διοικητικούς μηχανισμούς και η αλλοίωση της ισονομίας έχουν εξίσου σοβαρές συνέπειες για τη λειτουργία της δημοκρατίας. Και μιας και ο κ. Πρωθυπουργός εκτιμά τις αλήθειες, είναι εμφανές ότι η ΝΔ βγήκε κερδισμένη από τις πελατειακές σχέσεις και τις παράνομες επιδοτήσεις από τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ειδικά σε ορισμένες εκλογικές περιφέρειες όπως η Κρήτη, που για πρώτη φορά βάφτηκε όλη μπλε στις τελευταίες βουλευτικές εκλογές του 2023.
Ο Πρωθυπουργός επιχείρησε επίσης να εντάξει την υπόθεση σε ένα ευρύτερο αφήγημα περί «βαθέος κράτους» και διαχρονικών παθογενειών. Είναι αλήθεια ότι το ελληνικό κράτος κουβαλά βαριά κληρονομιά. Όμως, αυτή η διαπίστωση δεν μπορεί να λειτουργεί ως μόνιμη δικαιολογία. Αντίθετα, επιβάλλει ακόμη μεγαλύτερη ευθύνη σε όσους κυβερνούν να προχωρήσουν σε ρήξεις. Όταν, μετά από χρόνια διακυβέρνησης, τα ίδια φαινόμενα επανεμφανίζονται, τότε το πρόβλημα δεν είναι μόνο το παρελθόν, αλλά και το παρόν.
Ακόμη πιο χαρακτηριστική είναι η αναφορά σε μελλοντικές θεσμικές αλλαγές, όπως το ασυμβίβαστο Υπουργού και Βουλευτή. Πρόκειται για προτάσεις που μετατίθενται χρονικά, συνδεόμενες με επόμενες εκλογές και μελλοντικές δεσμεύσεις. Ωστόσο, πολλές από τις πρακτικές αλλαγές που θα μπορούσαν να ενισχύσουν τη διαφάνεια και τον διαχωρισμό εξουσιών μπορούν να εφαρμοστούν ήδη, χωρίς συνταγματικές αλλαγές. Η επιλογή να μην εφαρμοστούν δείχνει έλλειψη πολιτικής βούλησης.
Στο τέλος της ημέρας, το βασικό ζήτημα που αναδεικνύεται δεν είναι μόνο το συγκεκριμένο σκάνδαλο, αλλά η συνολική εικόνα μιας κυβέρνησης που δείχνει να λειτουργεί περισσότερο αντιδραστικά παρά προληπτικά. Αντί να θέτει τους όρους του πολιτικού παιχνιδιού με αποφασιστικότητα και διαφάνεια, φαίνεται να ακολουθεί τις εξελίξεις, επιχειρώντας να περιορίσει τις επιπτώσεις.
Η κρίση εμπιστοσύνης που διαπιστώνεται δεν είναι θεωρητική. Είναι βαθιά και υπαρκτή. Οι πολίτες βλέπουν ότι οι ίδιες πρακτικές επανεμφανίζονται, ότι οι υποθέσεις καθυστερούν, ότι η Δικαιοσύνη κινείται με ρυθμούς που δεν ανταποκρίνονται στις ανάγκες της κοινωνίας και ότι η πολιτική ευθύνη σπανίως αναλαμβάνεται έγκαιρα.
Με το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ να είναι μόλις στην αρχή της διερεύνησής του, ενώ ακολουθούν και άλλες δικογραφίες και για άλλα σκάνδαλα όπως αυτό των υποκλοπών και του λογισμικού predator, αποδεικνύεται ότι η Νέα Δημοκρατία είναι ένα κόμμα βουτηγμένο στη διαφθορά με ευθύνη του Μεγάρου Μαξίμου και του ίδιου του κ. Πρωθυπουργού.
Απέναντι σε αυτή την πραγματικότητα, η ευθύνη μεταφέρεται τελικά στους ίδιους τους πολίτες. Στις επόμενες εκλογές, δεν θα κριθούν μόνο πρόσωπα ή κόμματα, αλλά το ίδιο το μοντέλο διακυβέρνησης της χώρας. Οι πολίτες καλούνται να επιλέξουν αν θα συνεχίσουν να εμπιστεύονται ένα σύστημα που αναπαράγει παθογένειες ή αν θα στηρίξουν δυνάμεις που προτείνουν μια ουσιαστική αλλαγή πορείας.
Σε αυτό το πλαίσιο, αξίζει να εξεταστούν πολιτικές επιλογές που δεν έχουν εμπλακεί σε πρακτικές διαπλοκής και πελατειακών σχέσεων και που καταθέτουν συγκεκριμένες προτάσεις για τη θεσμική ανασυγκρότηση της χώρας. Το Κίνημα ΝΙΚΗ προβάλλει ως μια τέτοια επιλογή, υποστηρίζοντας ότι δεν φέρει τα βάρη του παλαιού πολιτικού συστήματος και ότι επιδιώκει μια διαφορετική σχέση κράτους και πολίτη, βασισμένη στη διαφάνεια, τη λογοδοσία και την πραγματική δικαιοσύνη.
Η τελική απόφαση, ωστόσο, ανήκει στους πολίτες. Και αυτή τη φορά, ίσως περισσότερο από κάθε άλλη, έχει ιδιαίτερη σημασία να γίνει με προσοχή, κρίση και επίγνωση των συνεπειών.
