«Απέναντι σε έναν μεγάλο servicer βρίσκεται ένας πολίτης»
Συνέντευξη του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτής Δυτικής Αθήνας με τη ΝΙΚΗ, στον Νίκο Χιδίρογλου Political.gr «Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Χρειάζονται μαζική επαναφορά κενών κατοικιών στην αγορά, φορολογικά κίνητρα για ανακαίνιση και μακροχρόνια μίσθωση, κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ανανέωση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος». Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί […]
Συνέντευξη του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτής Δυτικής Αθήνας με τη ΝΙΚΗ, στον Νίκο Χιδίρογλου Political.gr
«Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Χρειάζονται μαζική επαναφορά κενών κατοικιών
στην αγορά, φορολογικά κίνητρα για ανακαίνιση και μακροχρόνια μίσθωση, κοινωνική κατοικία,
αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ανανέωση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος».
Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Θα λυθεί όταν η Ελλάδα αυξήσει πραγματικά την προσφορά κατοικιών και ξανακάνει το σπίτι προσιτό στον εργαζόμενο, στον νέο και στην οικογένεια, λέει στην «P» ο βουλευτής Δυτικής Αθήνας με τη Νίκη Ανδρέας Βορύλλας. Επίσης, τονίζει ότι σήμερα που οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία, έχουν ευθύνη να συμβάλουν περισσότερο στην αντιμετώπιση του Στεγαστικού: με προσιτότερα στεγαστικά δάνεια για νέους και οικογένειες, με χρηματοδότηση ανακαινίσεων και με διάθεση στην αγορά κατοικιών που παραμένουν αναξιοποίητες, προσθέτοντας ότι δεν μπορεί σε κάθε μεγάλη τραπεζική κρίση να κοινωνικοποιούνται οι ζημίες και όταν επιστρέφουν τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται πλήρως τα οφέλη.
Πόσο σοβαρή είναι η στεγαστική κρίση στην Ελλάδα; Παραμένει η στέγαση δικαίωμα στα μάτια της πολιτικής;
Η στεγαστική κρίση έχει εξελιχθεί σε μια από τις σοβαρότερες κοινωνικές κρίσεις της χώρας και φοβάμαι ότι για πολλά χρόνια η Πολιτεία υποτίμησε το πραγματικό μέγεθός της. Δεν αφορά πλέον μόνο ανθρώπους με πολύ χαμηλά εισοδήματα. Αφορά εργαζόμενους, νέα ζευγάρια, οικογένειες ακόμη και με δύο εισοδήματα, οι οποίοι δυσκολεύονται να νοικιάσουν ένα αξιοπρεπές σπίτι στην Αθήνα, στη Θεσσαλονίκη, αλλά και σε πολλές τουριστικές και νησιωτικές περιοχές. Τα τελευταία διαθέσιμα στοιχεία της Eurostat δείχνουν ότι το 2024 το 28,9% του πληθυσμού στην Ελλάδα ζούσε σε νοικοκυριά όπου το συνολικό κόστος στέγασης ξεπερνούσε το 40% του διαθέσιμου εισοδήματος. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Για αυτό χρειάζεται αλλαγή φιλοσοφίας. Τα προγράμματα που επιδοτούν κυρίως τη ζήτηση δεν αρκούν. Όταν προσθέτεις αγοραστική δύναμη σε μια αγορά με περιορισμένη προσφορά, υπάρχει κίνδυνος μέρος της επιδότησης να περάσει τελικά στις τιμές. Χρειάζονται μαζική επαναφορά κενών κατοικιών στην αγορά, φορολογικά κίνητρα για ανακαίνιση και μακροχρόνια μίσθωση, κοινωνική κατοικία, αξιοποίηση δημόσιας περιουσίας και ανανέωση του γερασμένου κτιριακού αποθέματος.
Η μαζική μεταβίβαση κόκκινων στεγαστικών δανείων από τις τράπεζες στα funds δημιούργησε τεράστιο πρόβλημα. Ποια μέτρα θα μπορούσαν να ληφθούν άμεσα; Και πώς θα μπορούσαν οι τράπεζες να βοηθήσουν στο Στεγαστικό την κοινωνία, που έβαλε το χέρι βαθιά στην τσέπη για την ανακεφαλαιοποίησή τους;
Πρέπει να είμαστε δίκαιοι στην αποτίμηση αυτής της πολιτικής. Η απομάκρυνση των μη εξυπηρετούμενων δανείων από τους τραπεζικούς ισολογισμούς συνέβαλε στη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος. Όμως, άλλο η εξυγίανση των τραπεζικών ισολογισμών και άλλο η επίλυση του προβλήματος του ιδιωτικού χρέους. Περισσότερα από 70 δισ. ευρώ κόκκινων δανείων δεν εξαφανίστηκαν, ούτε διαγράφηκαν. Μεταβιβάστηκαν εκτός των τραπεζών και σε αρκετές περιπτώσεις τα σχετικά χαρτοφυλάκια πωλήθηκαν σε ένα κλάσμα της ονομαστικής αξίας των απαιτήσεων. Για τις τράπεζες το πρόβλημα περιορίστηκε. Για τον δανειολήπτη όμως η ονομαστική απαίτηση παρέμεινε.
Η Νίκη προτείνει τη θεσμοθέτηση πραγματικού δικαιώματος προτεραιότητας του συνεργάσιμου δανειολήπτη για τη ρύθμιση ή την εξαγορά της οφειλής του πριν από τη μεταβίβασή της σε fund και, για τις απαιτήσεις που έχουν ήδη μεταβιβαστεί, πριν από τον πλειστηριασμό ή την οριστική απώλεια του ακινήτου, με αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά κριτήρια. Υπάρχει όμως και η άλλη πλευρά: οι τράπεζες. Η ελληνική κοινωνία πλήρωσε τεράστιο τίμημα για τη σταθεροποίηση του χρηματοπιστωτικού συστήματος. Επομένως, σήμερα που οι τράπεζες έχουν επιστρέψει σε ισχυρή κερδοφορία, έχουν ευθύνη να συμβάλουν περισσότερο στην αντιμετώπιση του Στεγαστικού: με προσιτότερα στεγαστικά δάνεια για νέους και οικογένειες, με χρηματοδότηση ανακαινίσεων και με διάθεση στην αγορά κατοικιών που παραμένουν αναξιοποίητες. Δεν μπορεί σε κάθε μεγάλη τραπεζική κρίση να κοινωνικοποιούνται οι ζημίες και όταν επιστρέφουν τα κέρδη να ιδιωτικοποιούνται πλήρως τα οφέλη.
Κάνουν οι κρατικοί ελεγκτικοί μηχανισμοί και η Τράπεζα της Ελλάδος αυτό που πρέπει έναντι των funds που παρανομούν, μη εφαρμόζοντας τις δικαστικές αποφάσεις και συνεχίζοντας να απαιτούν διογκωμένα ποσά;
Όχι, δεν κάνουν όσα απαιτούνται. Η εποπτεία παραμένει αποσπασματική και, κυρίως, δεν εξασφαλίζει στον πολίτη άμεση προστασία όταν ένας servicer υπολογίζει λανθασμένα την οφειλή, επιβάλλει αδιαφανείς χρεώσεις ή δεν συμμορφώνεται προς δικαστική απόφαση που αφορά τη συγκεκριμένη υπόθεση. Δεν μπορεί η απάντηση του κράτους να είναι ουσιαστικά «προσφύγετε πάλι στη Δικαιοσύνη». Απέναντι σε έναν μεγάλο servicer βρίσκεται συνήθως ένας πολίτης που δεν διαθέτει αντίστοιχη οικονομική δύναμη, νομικές υπηρεσίες και χρόνο για πολυετείς δικαστικές διαδικασίες.
Χρειάζονται ειδικός μηχανισμός ταχείας εξέτασης καταγγελιών, δεσμευτική προθεσμία απάντησης των servicers και προσωρινή αναστολή κάθε πράξης αναγκαστικής εκτέλεσης, όταν υποβάλλεται τεκμηριωμένη καταγγελία για εσφαλμένο υπολογισμό της οφειλής, μέχρι να ολοκληρωθεί ο σχετικός έλεγχος. Η Τράπεζα της Ελλάδος και κάθε άλλη αρμόδια αρχή πρέπει να ελέγχουν ουσιαστικά τις πρακτικές των εταιρειών διαχείρισης και, όταν διαπιστώνονται παραβάσεις, να επιβάλλονται κυρώσεις αρκετά σοβαρές ώστε να λειτουργούν αποτρεπτικά και όχι ως ένα απλό κόστος λειτουργίας. Κράτος δικαίου δεν σημαίνει μόνο ότι ο πολίτης μπορεί να προσφύγει στη Δικαιοσύνη. Σημαίνει ότι όταν δικαιωθεί, η απόφαση εφαρμόζεται.
Άλλαξε λοιπόν ο τρόπος υπολογισμού των τόκων μέσω δικαστικής απόφασης. Θα υπάρξουν όμως καθολική εφαρμογή και αναδρομική ελάφρυνση όπως προβλέπεται;
Η απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου πρέπει να εφαρμοστεί ενιαία σε όλες τις υποθέσεις που εμπίπτουν στο πεδίο της χωρίς να υποχρεώνεται κάθε δανειολήπτης να ξεκινήσει νέα δικαστική διαδικασία. Η Πολιτεία οφείλει να διασφαλίσει ότι τράπεζες και εταιρείες διαχείρισης θα προχωρήσουν χωρίς νέα δικαστική ταλαιπωρία για τους δανειολήπτες, στον απαιτούμενο επανυπολογισμό, στην αναδρομική διόρθωση των ποσών που έχουν καταλογιστεί εσφαλμένα και στον συμψηφισμό τυχόν επιπλέον καταβολών. Παράλληλα, πρέπει να ανασταλούν πράξεις αναγκαστικής εκτέλεσης που στηρίζονται σε μη ορθά υπολογισμένη οφειλή. Διαφορετικά, μια εξαιρετικά σημαντική δικαστική κρίση θα παραμείνει χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα για χιλιάδες οικογένειες.
Θεωρείτε ότι το υφιστάμενο νομικό πλαίσιο παρέχει επαρκή δίχτυα ασφαλείας από τους πλειστηριασμούς πρώτης κατοικίας για τους ευάλωτους συμπολίτες μας;
Όχι. Θεωρώ ότι εξακολουθούν να υπάρχουν σοβαρά κενά και ότι η πρώτη κατοικία των πραγματικά ευάλωτων πολιτών χρειάζεται ισχυρότερο δίχτυ προστασίας. Θέλω όμως να κάνω μια κρίσιμη διάκριση. Άλλο ο στρατηγικός κακοπληρωτής που έχει σημαντική περιουσία και επαρκές εισόδημα αλλά συνειδητά δεν εκπληρώνει τις υποχρεώσεις του και άλλο ένας άνθρωπος που δανείστηκε σε εντελώς διαφορετικές οικονομικές συνθήκες και στη συνέχεια βρέθηκε αντιμέτωπος με δεκαετή κρίση, ανεργία, δραματική μείωση εισοδήματος ή σοβαρό οικογενειακό πρόβλημα. Η Πολιτεία δεν μπορεί να αντιμετωπίζει αυτές τις δύο περιπτώσεις με τον ίδιο τρόπο. Για τους πραγματικά ευάλωτους, πριν από οποιονδήποτε πλειστηριασμό πρώτης κατοικίας πρέπει να εξαντλείται η δυνατότητα βιώσιμης ρύθμισης. Και όταν λέμε βιώσιμη, εννοούμε ρύθμιση που μπορεί πράγματι να εξυπηρετηθεί και όχι μια δόση που απλώς μεταθέτει τον πλειστηριασμό λίγους μήνες αργότερα.
Πρέπει επίσης να εξετάζονται το πραγματικό εισόδημα, η συνολική περιουσία, η οικογενειακή κατάσταση και η αξία της κατοικίας. Η κοινωνική προστασία πρέπει να είναι στοχευμένη ώστε να προστατεύει εκείνον που πραγματικά την έχει ανάγκη χωρίς να υπονομεύει την κουλτούρα πληρωμών. Η απώλεια της μοναδικής κατοικίας μιας ευά-
λωτης οικογένειας έχει συνέπειες που τελικά επιβαρύνουν και την ίδια την Πολιτεία. Δημιουργεί στεγαστική ανασφάλεια, φτώχεια και ανάγκη πρόσθετης κοινωνικής προστασίας. Ο πλειστηριασμός της πρώτης κατοικίας ενός πραγματικά ευάλωτου ανθρώπου πρέπει να είναι η απολύτως έσχατη λύση, όχι η ευκολότερη επιλογή ενός fund.
Γιατί παραμένουν ακόμη τόσα πολλά ακίνητα μη διαθέσιμα στις μεγάλες ελληνικές πόλεις; Πώς θα μπορούσε η Πολιτεία να πιέσει τα funds ώστε να σταματήσουν να κρατούν εκτός αγοράς τόσα σπίτια;
Εδώ βρίσκεται ίσως μία από τις μεγαλύτερες αντιφάσεις της ελληνικής στεγαστικής κρίσης. Από τη μία έχουμε εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες που δυσκολεύονται να βρουν κατοικία και αντιμετωπίζουν πολύ υψηλά ενοίκια.
Από την άλλη, έχουμε περίπου 2,28 εκατομμύρια κατοικίες που στην Απογραφή του 2021 καταγράφηκαν ως κενές. Ασφαλώς πρέπει να είμαστε ακριβείς. Δεν ανήκουν όλες σε τράπεζες και funds και δεν μπορούν όλες να επιστρέψουν αύριο στην αγορά. Υπάρχουν παλαιά ή ακατάλληλα ακίνητα, κληρονομικές εκκρεμότητες, προβλήματα
συνιδιοκτησίας, πολεοδομικές και κτηματολογικές εκκρεμότητες. Όμως, υπάρχει και σημαντικός αριθμός ακινήτων που βρίσκεται στην κατοχή μεγάλων θεσμικών ιδιοκτητών και παραμένει αναξιοποίητος. Εκεί η πρότασή μας είναι πολύ συγκεκριμένη: ειδικό ετήσιο τέλος 3% επί της αντικειμενικής αξίας για κατοικίες τραπεζών και funds που παραμένουν κενές περισσότερο από 24 μήνες. Ο σκοπός δεν είναι να δημιουργήσουμε ακόμη έναν φόρο. Ο σκοπός είναι να αλλάξουμε το οικονομικό κίνητρο. Να καταστήσουμε ασύμφορη τη μακροχρόνια διακράτηση χιλιάδων κατοικιών εκτός αγοράς και, αντίστροφα, να δώσουμε κίνητρα για μακροχρόνια μίσθωση. Αλλά δεν αρκεί αυτό. Η Ελλάδα έχει ένα γερασμένο και ενεργειακά αναποτελεσματικό κτιριακό απόθεμα. Για αυτό έχουμε προτείνει ένα μεγάλο Εθνικό Πρόγραμμα Αστικής Αναγέννησης. Σε πολύ παλαιές πολυκατοικίες πρέπει, όπου είναι τεχνικά και οικονομικά σκόπιμο, να δίνεται η δυνατότητα ριζικής ανακαίνισης ή ακόμη και κατεδάφισης και ανακατασκευής, με φορολογικά κίνητρα, απλούστευση διαδικασιών και αντιμετώπιση των αδιεξόδων της συνιδιοκτησίας.
Παράλληλα, πρέπει να επανεξετάσουμε τον προσανατολισμό της Golden Visa. Είμαστε υπέρ των ξένων επενδύσεων όταν δημιουργούν παραγωγή, θέσεις εργασίας και νέο πλούτο. Δεν υπάρχει όμως λόγος το κράτος να παρέχει ισχυρά κίνητρα ώστε ξένα κεφάλαια να ανταγωνίζονται την ελληνική οικογένεια για το ίδιο μικρό ή μεσαίο διαμέρισμα. Τα επενδυτικά κίνητρα μπορούν να κατευθυνθούν περισσότερο σε παραγωγικές επενδύσεις και επενδυτικά προϊόντα που χρηματοδοτούν την ελληνική οικονομία.
Χρειάζεται, τέλος, οργανωμένη πολιτική κοινωνικής και προσιτής κατοικίας, αξιοποιώντας και δημόσια ακίνητα. Ιδιαίτερη μέριμνα χρειάζεται για νέες οικογένειες αλλά και για εκπαιδευτικούς, γιατρούς, νοσηλευτές, στελέχη των Ενόπλων Δυνάμεων και των Σωμάτων Ασφαλείας που υπηρετούν σε περιοχές με εξαιρετικά υψηλό στεγαστικό κόστος. Το Στεγαστικό δεν θα λυθεί με ένα ακόμη επίδομα. Θα λυθεί όταν η Ελλάδα αυξήσει πραγματικά την προσφορά κατοικιών και ξανακάνει το σπίτι προσιτό στον εργαζόμενο, στον νέο και στην οικογένεια.
