Menu
⭸ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ⧸ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

ΤΟ ΔΝΤ ΠΡΟΕΙΔΟΠΟΙΕΙ : OTAN TO 81% TΩΝ ΚΕΦΑΛΑΙΩΝ (TIER1) ΤΩΝ ΤΡΑΠΕΖΩΝ ΕΙΝΑΙ ΣΕ 10 ΜΕΓΑΛΟΥΣ ΟΜΙΛΟΥΣ ΔΗΜΙΟΥΡΓΕΙ ΠΙΣΤΩΤΙΚΟ ΚΙΝΔΥΝΟ»

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ   Τι μπορεί να συμβεί όταν οι ίδιες τράπεζες έχουν δανείσει πολύ μεγάλα ποσά στους ίδιους λίγους επιχειρηματικούς ομίλους; Και τι μπορεί να συμβεί εάν ένας από αυτούς τους ομίλους αντιμετωπίσει κάποια στιγμή σοβαρό οικονομικό πρόβλημα; Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Το θέτει, ουσιαστικά, το […]

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ

 

Τι μπορεί να συμβεί όταν οι ίδιες τράπεζες έχουν δανείσει πολύ μεγάλα ποσά στους ίδιους λίγους επιχειρηματικούς ομίλους; Και τι μπορεί να συμβεί εάν ένας από αυτούς τους ομίλους αντιμετωπίσει κάποια στιγμή σοβαρό οικονομικό πρόβλημα;

Το ερώτημα δεν είναι θεωρητικό. Το θέτει, ουσιαστικά, το ίδιο το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο στην πρόσφατη αξιολόγηση του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Η έκθεση του ΔΝΤ αναδεικνύει ένα ζήτημα που πρέπει να μας απασχολήσει: τη μεγάλη συγκέντρωση τραπεζικών χρηματοδοτήσεων σε έναν σχετικά περιορισμένο αριθμό μεγάλων επιχειρήσεων. Σύμφωνα με τα στοιχεία του Ταμείου, οι δέκα μεγαλύτερες κοινές εταιρικές εκθέσεις των τεσσάρων συστημικών τραπεζών αντιστοιχούν, μετά τα μέτρα περιορισμού του πιστωτικού κινδύνου, περίπου στο 81% των συνολικών κεφαλαίων Tier 1 των τραπεζών.

Με απλά λόγια: οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες έχουν σημαντικά ανοίγματα προς ορισμένους από τους ίδιους μεγάλους επιχειρηματικούς ομίλους.

Γιατί μας ενδιαφέρει αυτό; Διότι, όπως επισημαίνει το ΔΝΤ, εάν ένας ή περισσότεροι από τους μεγαλύτερους αυτούς εταιρικούς δανειολήπτες αντιμετώπιζαν σοβαρή οικονομική δυσχέρεια, οι επιπτώσεις θα μπορούσαν να είναι σημαντικές για ολόκληρο το ελληνικό χρηματοπιστωτικό σύστημα. Γι’ αυτό και το Ταμείο ζητά μεγαλύτερη παρακολούθηση αυτών των χρηματοδοτήσεων και καλύτερους μηχανισμούς έγκαιρου εντοπισμού πιθανών κινδύνων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι αύριο θα υπάρξει πρόβλημα. Σημαίνει ότι ο κίνδυνος πρέπει να μετριέται και η Πολιτεία να είναι προετοιμασμένη πριν χρειαστεί να τον αντιμετωπίσει.

Η περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ

Μέσα σε αυτή τη συζήτηση ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ. Τις τελευταίες ημέρες έχουν δημοσιευθεί στον οικονομικό και ηλεκτρονικό Τύπο αναφορές που εστιάζουν στον υψηλό δανεισμό του Ομίλου, στην αύξηση των συνολικών δανειακών του υποχρεώσεων και στο μέγεθος της τραπεζικής χρηματοδότησης ενός από τους μεγαλύτερους ομίλους υποδομών της χώρας.

Σύμφωνα με τα δημοσιευμένα οικονομικά στοιχεία, στις 30 Ιουνίου 2026 ο συνολικός ενοποιημένος δανεισμός του Ομίλου ανερχόταν περίπου στα 6 δισ. ευρώ, ενώ το προσαρμοσμένο καθαρό χρέος διαμορφωνόταν σε 3,82 δισ. ευρώ. Πρόκειται για μεγάλα χρηματοοικονομικά μεγέθη, τα οποία εξηγούν γιατί το ζήτημα του δανεισμού της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έχει βρεθεί στη δημόσια συζήτηση.

Ο υψηλός συνολικός δανεισμός ενός μεγάλου επιχειρηματικού ομίλου δεν σημαίνει από μόνος του ότι υπάρχει οικονομικό πρόβλημα. Στην περίπτωση της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, σχεδόν το σύνολο του προσαρμοσμένου καθαρού χρέους αφορά μακροπρόθεσμες χρηματοδοτήσεις συγκεκριμένων έργων. Πρόκειται κυρίως για δάνεια που συνδέονται με έργα παραχώρησης και εξυπηρετούνται από τις ταμειακές ροές των ίδιων των έργων, χωρίς αναγωγή στη μητρική εταιρεία. Πάνω από το 85% αυτού του δανεισμού συνδέεται με τη Νέα Αττική Οδό και τη Νέα Εγνατία Οδό.

Εδώ όμως προκύπτει ένα κρίσιμο ερώτημα. Όταν αναφέρεται ότι τα δάνεια αυτά είναι «χωρίς αναγωγή στη μητρική», σημαίνει ότι σε ένα δυσμενές σενάριο ο κίνδυνος παραμένει αποκλειστικά στις εταιρείες που έχουν αναλάβει τα συγκεκριμένα έργα; Ή υπάρχουν εγγυήσεις, υποχρεώσεις πρόσθετης χρηματοδότησης, ενεχυριάσεις ή άλλες συμβατικές δεσμεύσεις που, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, θα μπορούσαν να μεταφέρουν μέρος του οικονομικού βάρους στη μητρική εταιρεία; Η απάντηση είναι σημαντική, γιατί άλλο είναι ένα δάνειο που εξυπηρετείται αποκλειστικά από ένα συγκεκριμένο έργο και άλλο ένα δάνειο για το οποίο, εάν τα πράγματα εξελιχθούν δυσμενώς, μπορεί να χρειαστεί άμεσα ή έμμεσα οικονομική στήριξη από τη μητρική.

Μάλιστα, μετά την αύξηση μετοχικού κεφαλαίου του Ιουλίου, η μητρική εταιρεία εμφανίζει σε pro forma βάση καθαρή ταμειακή θέση περίπου 280 εκατ. ευρώ, ενώ τα συνολικά ελεύθερα ταμειακά διαθέσιμα του Ομίλου ανέρχονται περίπου στα 2,2 δισ. ευρώ.

Άρα πρέπει να διαχωρίσουμε δύο πράγματα: άλλο ο υψηλός δανεισμός και άλλο η οικονομική αδυναμία.

Τα διαθέσιμα στοιχεία δεν τεκμηριώνουν ότι η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ βρίσκεται σήμερα σε οικονομική δυσχέρεια. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι το ύψος και η συγκέντρωση των χρηματοδοτήσεων δεν πρέπει να εξετάζονται, ιδιαίτερα όταν το ΔΝΤ προειδοποιεί γενικότερα για τη μεγάλη έκθεση των ελληνικών τραπεζών σε περιορισμένο αριθμό μεγάλων εταιρικών πελατών.

Το πραγματικό ερώτημα είναι: τι θα συνέβαινε εάν στο μέλλον ένας όμιλος αυτού του μεγέθους αντιμετώπιζε σοβαρή και παρατεταμένη οικονομική δυσκολία;

Δεν είναι μόνο θέμα τραπεζών

Η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ είναι ένας από τους μεγαλύτερους κατασκευαστικούς και επενδυτικούς ομίλους της χώρας και συμμετέχει σε ορισμένες από τις σημαντικότερες υποδομές της Ελλάδας.

Στο τέλος του 2025 το συνολικό ανεκτέλεστο υπόλοιπο έργων του Ομίλου είχε φθάσει στα 9,2 δισ. ευρώ. Μόνο μέσα στο 2025 υπεγράφη η σύμβαση παραχώρησης για τον ΒΟΑΚ, στο τμήμα Χανιά–Ηράκλειο, ύψους 1,75 δισ. ευρώ, ενώ ο Όμιλος έχει κομβικό ρόλο στη Νέα Αττική Οδό και στη Νέα Εγνατία Οδό.

Ας υποθέσουμε ότι κάποια στιγμή ένας μεγάλος κατασκευαστικός όμιλος αντιμετωπίζει σοβαρό οικονομικό πρόβλημα. Τι γίνεται με τα έργα που κατασκευάζει και τους αυτοκινητοδρόμους που διαχειρίζεται; Τι γίνεται με τους υπεργολάβους, τους προμηθευτές και τους χιλιάδες εργαζομένους που εξαρτώνται άμεσα ή έμμεσα από αυτά τα έργα;

Και κυρίως: ποιος πληρώνει το πρόσθετο κόστος εάν ένα μεγάλο δημόσιο έργο καθυστερήσει ή χρειαστεί να αλλάξει ανάδοχο;

Γι’ αυτό το θέμα δεν αφορά μόνο μια εταιρεία και τις τράπεζες που τη χρηματοδοτούν. Αφορά και το Ελληνικό Δημόσιο.

Οι μικρές επιχειρήσεις βλέπουν μια διαφορετική πραγματικότητα

Υπάρχει όμως και μία άλλη πλευρά. Την ώρα που μεγάλοι επιχειρηματικοί όμιλοι μπορούν να αντλούν χρηματοδοτήσεις εκατοντάδων εκατομμυρίων ή και δισεκατομμυρίων ευρώ, ο μικρός επιχειρηματίας γνωρίζει πόσο ακριβό μπορεί να είναι ένα πολύ μικρότερο τραπεζικό δάνειο.

Τον Ιούλιο του 2026, το μέσο επιτόκιο για νέα δάνεια έως 250.000 ευρώ ήταν 5,07%, ενώ για δάνεια άνω του 1 εκατ. ευρώ ήταν 4,14%. Για τις μικρομεσαίες επιχειρήσεις συνολικά, το αντίστοιχο μέσο επιτόκιο νέων δανείων συγκεκριμένης διάρκειας με κυμαινόμενο επιτόκιο ήταν 4,45%.

Φυσικά, ένα μεγάλο και ένα μικρό επιχειρηματικό δάνειο δεν έχουν το ίδιο προφίλ κινδύνου και δεν μπορούν να συγκριθούν μηχανικά. Ούτε πρέπει να σταματήσει η χρηματοδότηση των μεγάλων επιχειρήσεων. Χωρίς αυτή δεν μπορούν να γίνουν αυτοκινητόδρομοι, ενεργειακά έργα και άλλες σημαντικές επενδύσεις.

Το ζητούμενο είναι εάν το τραπεζικό μας σύστημα κατανέμει επαρκώς τη χρηματοδότηση στην πραγματική οικονομία και αποφεύγει την υπερβολική συγκέντρωση κινδύνου σε λίγους μεγάλους πελάτες.

Γιατί ανάπτυξη δεν είναι μόνο τα έργα των δισεκατομμυρίων. Είναι και η μικρή βιοτεχνία, το οικογενειακό κατάστημα, η μεταποιητική επιχείρηση, ο επαγγελματίας που θέλει να επενδύσει και να προσλάβει εργαζομένους.

Πρέπει να υπάρχει σχέδιο πριν εμφανιστεί το πρόβλημα

Εδώ βρίσκεται η ουσία. Έχουν εξετάσει οι αρμόδιες αρχές τι θα συμβεί εάν ένας από τους μεγαλύτερους κοινούς εταιρικούς δανειολήπτες των ελληνικών τραπεζών βρεθεί σε σοβαρή δυσκολία; Έχουν γίνει πραγματικές ασκήσεις προσομοίωσης, τα λεγόμενα stress tests, για ένα τέτοιο σενάριο;

Και όταν ο ίδιος επιχειρηματικός όμιλος έχει σημαντικές τραπεζικές χρηματοδοτήσεις και ταυτόχρονα συμμετέχει σε έργα υποδομής δισεκατομμυρίων ευρώ, υπάρχει σχέδιο ώστε τα έργα να συνεχιστούν ακόμη και σε ένα ακραίο δυσμενές σενάριο;

Τα ερωτήματα αυτά δεν στρέφονται εναντίον της ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ ή οποιασδήποτε άλλης μεγάλης ελληνικής επιχείρησης. Αφορούν την ασφάλεια της ελληνικής οικονομίας.

Η σωστή εποπτεία δεν σημαίνει ότι θεωρούμε πως μια μεγάλη επιχείρηση θα αποτύχει, όπως ένα stress test μιας τράπεζας δεν σημαίνει ότι περιμένουμε να καταρρεύσει η συγκεκριμένη τράπεζα. Σημαίνει ότι εξετάζουμε τι θα συμβεί εάν πραγματοποιηθεί ένα πολύ δυσμενές σενάριο.

Χρειαζόμαστε μεγάλες και ισχυρές ελληνικές επιχειρήσεις, επενδύσεις και σύγχρονες υποδομές. Χρειαζόμαστε όμως παράλληλα ισχυρές τράπεζες, πραγματική χρηματοδότηση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας και μεγαλύτερη διασπορά του τραπεζικού κινδύνου.

Γιατί όταν πολύ μεγάλα δάνεια και κρίσιμες υποδομές συγκεντρώνονται σε περιορισμένο αριθμό επιχειρηματικών ομίλων, ένα πρόβλημα που ξεκινά από μία επιχείρηση μπορεί, σε ένα ακραίο σενάριο, να μεταφερθεί στις τράπεζες, στα δημόσια έργα και τελικά στην πραγματική οικονομία.

Η πρόληψη δεν είναι εχθρός της επιχειρηματικότητας. Είναι η καλύτερη προστασία για τις επιχειρήσεις, τις τράπεζες, τα δημόσια έργα και, τελικά, για τον ίδιο τον πολίτη.