Menu
⭸ ΕΙΣΑΓΩΓΗ ⧸ ΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Κόκκινα δάνεια: αναγκαίες οι διορθώσεις στο νομοσχέδιο της κυβέρνησης ΝΔ. Απαράδεκτο το άρθρο 23.

  Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ   Η προστασία των δανειοληπτών αποτελεί κριτήριο οικονομικής δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής. Για την οικογένεια που αγωνιά για το σπίτι της και τον επαγγελματία που προσπαθεί να διατηρήσει την επιχείρησή του, σημασία έχει να γνωρίζουν τι πραγματικά οφείλουν και να μπορούν να συμφωνήσουν μια […]

 

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ

 

Η προστασία των δανειοληπτών αποτελεί κριτήριο οικονομικής δικαιοσύνης και κοινωνικής συνοχής. Για την οικογένεια που αγωνιά για το σπίτι της και τον επαγγελματία που προσπαθεί να διατηρήσει την επιχείρησή του, σημασία έχει να γνωρίζουν τι πραγματικά οφείλουν και να μπορούν να συμφωνήσουν μια δόση που αντέχουν. Με αυτό το μέτρο πρέπει να αξιολογηθεί το νομοσχέδιο για την εποπτεία των servicers και την προστασία των οφειλετών: αναγνωρίζοντας τις θετικές παρεμβάσεις, αλλά εξετάζοντας αυστηρά τα κενά του.

Η ΝΙΚΗ αντιμετωπίζει κάθε σχετική πρωτοβουλία με ευθύνη. Η δωρεάν πρόσβαση στις συμβάσεις, στο ιστορικό πληρωμών και στην ανάλυση κεφαλαίου, τόκων και εξόδων αποτελεί θετικό βήμα. Η προβλεπόμενη αναστολή της τοκοφορίας όταν δεν παρέχονται εγκαίρως τα απαιτούμενα στοιχεία, δίνει ουσιαστικό περιεχόμενο στην υποχρέωση ενημέρωσης. Θετικές είναι επίσης οι σαφέστερες προθεσμίες στη διμερή ρύθμιση και οι κυρώσεις σε βάρος των servicers για ενέργειες αναγκαστικής εκτέλεσης εις βάρος οφειλετών που τηρούν τη συμφωνία τους.

Αντίστοιχα, οι υποχρεώσεις δημοσιοποίησης στοιχείων και ο ανεξάρτητος διαχειριστικός έλεγχος στις τιτλοποιήσεις με δημόσια εγγύηση ή άλλη δημόσια στήριξη κινούνται προς τη σωστή κατεύθυνση. Όταν ο φορολογούμενος αναλαμβάνει κίνδυνο, δικαιούται να γνωρίζει πώς διαμορφώνονται οι αμοιβές και τα έξοδα διαχείρισης. Χρειάζεται, όμως, παρακολούθηση των ευρημάτων και άμεση αποκατάσταση των παραβάσεων. Η δημοσίευση μιας έκθεσης δεν αρκεί, εάν οι προβληματικές πρακτικές συνεχίζονται χωρίς να διορθώνονται.

Το βασικό πρόβλημα παραμένει η ανισορροπία στη διαπραγμάτευση. Ο δανειολήπτης συχνά καλείται να αξιολογήσει σύνθετους υπολογισμούς, υπό την πίεση προθεσμιών και με περιορισμένη οικονομική δυνατότητα νομικής υποστήριξης. Γι’αυτό απαιτούνται συντομότερες προθεσμίες ενημέρωσης όταν επίκειται πλειστηριασμός, επαληθεύσιμη εκκαθάριση της απαίτησης και προσβάσιμη εξωδικαστική επίλυση διαφορών. Η ευθύνη πρέπει να είναι σαφής: άλλος είναι ο κύριος της απαίτησης και άλλος ο διαχειριστής της, χωρίς αυτή η διάκριση να γίνεται εμπόδιο στην προστασία του πολίτη.

Ο επανυπολογισμός παλαιών οφειλών μπορεί να περιορίσει υπέρμετρες επιβαρύνσεις. Δεν πρέπει, ωστόσο, να παρουσιάζεται ως καθολική διαγραφή χρεών ούτε ως εγγύηση προσιτής αποπληρωμής. Ακόμη και μια απαίτηση περιορισμένη σε πολλαπλάσιο του αρχικού κεφαλαίου μπορεί να παραμένει αδύνατον να εξυπηρετηθεί. Απαιτούνται σαφείς κανόνες συνυπολογισμού των καταβολών, έλεγχος των κεφαλαιοποιήσεων και πλήρης αιτιολόγηση. Η έλλειψη αρχείων του πιστωτή δεν επιτρέπεται να μετατρέπεται σε πρόσθετη επιβάρυνση του οφειλέτη.

Το ανώτατο όριο προκαταβολής 15% στις διμερείς ρυθμίσεις περιορίζει υψηλότερες απαιτήσεις, αλλά παραμένει δυσβάστακτο για νοικοκυριά χωρίς αποταμιεύσεις. Να θυμίσουμε ότι σύμφωνα με στοιχεία του Ταμείου Εγγύησης Καταθέσεων και Επενδύσεων (ΤΕΚΕ), το 70% των Τραπεζικών λογαριασμών έχουν υπόλοιπο μέχρι 1.000 ευρώ, όποτε αντιλαμβανόμαστε ότι πολλά νοικοκυριά, διαθέτουν ελάχιστη ρευστότητα. Προτείνουμε υποχρεωτική απαλλαγή των ευάλωτων και σύνδεση της προκαταβολής με την πραγματική διαθέσιμη ρευστότητα. Πριν χαθεί μια ρύθμιση χρειάζονται έγκαιρη ειδοποίηση και εύλογο περιθώριο κάλυψης της καθυστέρησης. Ανεργία, σοβαρή ασθένεια ή αναπηρία πρέπει να επιτρέπουν επανεξέταση των όρων. Διαφορετικά, μια πρόσκαιρη δυσκολία μπορεί να αναβιώσει απαιτήσεις που ακυρώνουν πολυετή προσπάθεια συνέπειας.

Σε αυτή τη συζήτηση η ΝΙΚΗ εισφέρει συγκεκριμένη πρόταση νόμου για προηγούμενο δικαίωμα προτίμησης του δανειολήπτη. Πριν από τη μεταβίβαση μη εξυπηρετούμενης απαίτησης, ο πιστωτής οφείλει να γνωστοποιεί ατομικά το οικονομικό αντάλλαγμα και να προσφέρει στον οφειλέτη δυνατότητα οριστικής εξόφλησης με οικονομικά ισοδύναμους όρους. Εφόσον αποδέχεται συγκεκριμένο τίμημα από έναν τρίτο επενδυτή, είναι εύλογο να παρέχεται αντίστοιχη ευκαιρία στον άνθρωπο που βαρύνεται με το χρέος.

Η πρόταση αφορά φυσικά πρόσωπα και πολύ μικρές επιχειρήσεις, με ιδιαίτερη μέριμνα για την κύρια κατοικία. Προβλέπει εξήντα ημέρες για την άσκηση του δικαιώματος και εξήντα για εξόφληση μετά τον οριστικό προσδιορισμό του τιμήματος. Στις πωλήσεις χαρτοφυλακίων, ανεξάρτητος πιστοποιημένος αποτιμητής διασφαλίζει αντικειμενικό επιμερισμό. Δεν αρκεί η εφαρμογή ενός ενιαίου ποσοστού έκπτωσης σε όλα τα δάνεια, ανεξαρτήτως εξασφαλίσεων και ανακτησιμότητας. Η υπόλοιπη συναλλαγή μπορεί να προχωρά, ενώ αποκλείονται τεχνητές επιβαρύνσεις που θα ματαίωναν το δικαίωμα.

Πρόκειται για πρόταση οικονομικής ισοδυναμίας και διαφάνειας, με δυνατότητα δικαστικού ελέγχου και χωρίς αναδρομική ανατροπή ολοκληρωμένων μεταβιβάσεων. Για να καταστεί αξιοποιήσιμη και από δανειολήπτες χωρίς άμεση ρευστότητα, χρειάζεται παράλληλα να εξεταστούν δυνατότητες υπεύθυνης αναχρηματοδότησης, με έλεγχο βιωσιμότητας και χωρίς ατεκμηρίωτη μεταφορά κινδύνου στο Δημόσιο. Η οριστική έξοδος από το χρέος έχει αξία όταν είναι πραγματικά εφικτή.

Ιδιαίτερη αντιμετώπιση χρειάζονται τα κόκκινα αγροτικά δάνεια. Ακόμη και όπου εφαρμόζονται ευνοϊκότεροι περιορισμοί επιβαρύνσεων, το ζήτημα δεν εξαντλείται στο λογιστικό ύψος της απαίτησης. Ο αγρότης εισπράττει εποχικά, προχρηματοδοτεί την παραγωγή και εκτίθεται σε καιρικές καταστροφές, ασθένειες και διακυμάνσεις τιμών. Μια ενιαία μηνιαία δόση, σχεδιασμένη χωρίς αυτές τις παραμέτρους, μπορεί να αποδειχθεί ανεφάρμοστη. Η απώλεια παραγωγικής γης και βασικού εξοπλισμού περιορίζει ταυτόχρονα τη δυνατότητα αποπληρωμής και την εγχώρια παραγωγή. Επίσης η μεταφορά του ΟΠΕΚΕΠΕ στην ΑΑΔΕ μετά το μεγάλο σκάνδαλο των παράνομων χρηματοδοτήσεων, είχε ως αποτέλεσμα για μεγάλο χρονικό διάστημα να καθυστερήσουν οι πληρωμές κοινοτικών ενισχύσεων σε όλους ανεξαιρέτως τους αγρότες και κτηνοτρόφους, επιδεινώνοντας την ρευστότητάς τους και την δυνατότητα αποπληρωμής των υποχρεώσεων τους.   

Χρειάζεται, επομένως, ειδική ρύθμιση για βιώσιμες αγροτικές εκμεταλλεύσεις, συμπεριλαμβανομένων των επιλέξιμων οφειλών προς ιδρύματα υπό ειδική εκκαθάριση. Προτείνουμε επαλήθευση του αρχικού κεφαλαίου και όλων των καταβολών, ουσιαστική μείωση συσσωρευμένων επιβαρύνσεων και, όπου τεκμηριώνεται, διαγραφή μέρους του κεφαλαίου. Η αποπληρωμή πρέπει να προσαρμόζεται στον παραγωγικό κύκλο, με εποχικές δόσεις, προσιτό επιτόκιο και περίοδο χάριτος έπειτα από αποδεδειγμένη καταστροφή. Κατά την έγκαιρη εξέταση πλήρους αίτησης να προβλέπεται προσωρινή προστασία της αναγκαίας παραγωγικής περιουσίας, με προθεσμίες και ελέγχους κατά της καταστρατήγησης.

Ένα τέτοιο πλαίσιο οφείλει να διακρίνει την πραγματική αδυναμία από τη στρατηγική αποφυγή πληρωμών και να αξιολογεί το εισόδημα μετά τις αναγκαίες παραγωγικές και οικογενειακές δαπάνες. Χρειάζεται συντονισμός πιστωτών, διαχειριστών και εκκαθαριστών, καθώς και σαφής πρόβλεψη για εγγυητές. Τυχόν δημόσια στήριξη πρέπει να είναι κοστολογημένη και συμβατή με τους ευρωπαϊκούς κανόνες. Στόχος είναι να διατηρηθούν παραγωγικές εκμεταλλεύσεις που μπορούν να σταθούν, με συγκεκριμένες υποχρεώσεις και παρακολούθηση.

Η κυβερνητική ευθύνη αφορά και τον τρόπο με τον οποίο αξιολογείται η διαχείριση του ιδιωτικού χρέους. Η απομάκρυνση ενός προβληματικού δανείου από τον τραπεζικό ισολογισμό δεν σημαίνει ότι αποκαταστάθηκε ο δανειολήπτης. Απαιτούμε δημοσιοποίηση συγκρίσιμων στοιχείων για τις ρυθμίσεις που διατηρούνται, τις απορρίψεις και τους λόγους τους, καθώς και τις καταγγελίες που δικαιώνονται. Μόνο έτσι θα διαπιστώνεται αν οι αλλαγές μειώνουν πραγματικά την υπερχρέωση ή απλώς μεταφέρουν την πίεση σε διαφορετικό φορέα είσπραξης.

Η κυβέρνηση έχει την ευκαιρία να ενισχύσει ουσιαστικά το νομοσχέδιο υιοθετώντας τεκμηριωμένες προτάσεις. Η εποπτεία πρέπει να μετρά βιώσιμες συμφωνίες, χρόνους απάντησης και αποκατάσταση παραβάσεων. Η προστασία της κύριας κατοικίας χρειάζεται έγκαιρη δικαστική πρόσβαση και εξέταση λιγότερο επαχθών λύσεων. Η επιτυχία θα φανεί στις οικογένειες που διατηρούν το σπίτι τους και στους παραγωγούς που συνεχίζουν να εργάζονται, τηρώντας συμφωνίες συμβατές με τις δυνατότητές τους.