Menu
⭸ ΕΙΣΑΓΩΓΗΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Ιδιωτικό χρέος: Η μεγάλη παγίδα πίσω από την «κανονικότητα» της οικονομίας.

  Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2’ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ.   Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την επενδυτική βαθμίδα, τα πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την «εξυγίανση» των τραπεζών. Πίσω, όμως, από τη βιτρίνα της υποτιθέμενης οικονομικής κανονικότητας υπάρχει μια κοινωνία που ασφυκτιά. Εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένοι σε οφειλές προς […]

 

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2’ Δυτικού Τομέα Αθηνών της ΝΙΚΗΣ.

 

Η κυβέρνηση πανηγυρίζει για την επενδυτική βαθμίδα, τα πρωτογενή πλεονάσματα, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την «εξυγίανση» των τραπεζών. Πίσω, όμως, από τη βιτρίνα της υποτιθέμενης οικονομικής κανονικότητας υπάρχει μια κοινωνία που ασφυκτιά. Εκατομμύρια πολίτες και επιχειρήσεις παραμένουν εγκλωβισμένοι σε οφειλές προς την ΑΑΔΕ, τον ΕΦΚΑ, τις τράπεζες, τα funds και τις εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων. Λογαριασμοί δεσμεύονται, ρυθμίσεις χάνονται, επιχειρήσεις στερούνται χρηματοδότησης και χιλιάδες κατοικίες οδηγούνται σε πλειστηριασμό.

Το ιδιωτικό χρέος δεν αποτελεί πλέον μια παροδική συνέπεια της οικονομικής κρίσης. Έχει μετατραπεί σε μόνιμο μηχανισμό οικονομικής και κοινωνικής ομηρίας. Περιορίζει την κατανάλωση, αποδυναμώνει τη μικρομεσαία επιχειρηματικότητα, εμποδίζει την επανένταξη πολιτών στο τραπεζικό σύστημα, υπονομεύει τη στεγαστική ασφάλεια και διευρύνει τις κοινωνικές ανισότητες.

Η Ελλάδα εμφανίζεται δημοσιονομικά ισχυρότερη, την ίδια στιγμή που οι πολίτες της γίνονται φτωχότεροι και περισσότερο χρεωμένοι. Πρόκειται για μια βαθιά πολιτική αντίφαση: το κράτος παράγει πλεονάσματα υπερφορολογώντας την κοινωνία, ενώ η κοινωνία συσσωρεύει ληξιπρόθεσμες οφειλές επειδή αδυνατεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του κράτους.

Η πραγματική έκταση του προβλήματος

Η συζήτηση για το ιδιωτικό χρέος απαιτεί καταρχάς σαφήνεια, διότι χρησιμοποιούνται διαφορετικοί ορισμοί. Με βάση τον ευρωπαϊκό δείκτη, ο οποίος περιλαμβάνει κυρίως τα δάνεια και τα χρεόγραφα νοικοκυριών και μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων, το ιδιωτικό χρέος της Ελλάδας αντιστοιχεί περίπου στο 95% με 97% του ΑΕΠ.

Η μέτρηση αυτή, όμως, δεν αποτυπώνει το σύνολο της ελληνικής πραγματικότητας, διότι δεν περιλαμβάνει τις τεράστιες οφειλές προς τη φορολογική διοίκηση και τα ασφαλιστικά ταμεία. Σύμφωνα με το δελτίο του ΙΟΒΕ (Μάρτιος 2026) για το ιδιωτικό χρέος, όταν συνυπολογιστούν οι απαιτήσεις των τραπεζών και των servicers μαζί με τις ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, το συνολικό ιδιωτικό χρέος είχε φθάσει ήδη στο τρίτο τρίμηνο του 2025 στα 407,6 δισ. ευρώ ή περίπου στο 164% του ΑΕΠ. Στο τέλος του 2025 διαμορφώθηκε περίπου στα 417 δισ. ευρώ, δηλαδή στο 168% του ΑΕΠ.

Η διαφορά ανάμεσα στους δύο δείκτες δεν είναι λογιστική λεπτομέρεια. Αποκαλύπτει την ιδιαιτερότητα του ελληνικού προβλήματος. Η Ελλάδα μπορεί να μην είναι η χώρα με τον υψηλότερο ενήμερο ιδιωτικό δανεισμό στην Ευρώπη, είναι όμως μια χώρα με τεράστιο απόθεμα παλαιών, ληξιπρόθεσμων και μη εξυπηρετούμενων οφειλών. Δεν αντιμετωπίζουμε μόνο ένα πρόβλημα υπερδανεισμού, αλλά μια παγίδα χρέους που δημιουργήθηκε στα χρόνια των μνημονίων, διογκώθηκε από φόρους, ασφαλιστικές εισφορές, τόκους και προσαυξήσεις και μεταφέρθηκε από τις τράπεζες στα funds και στους servicers.

Το συνολικό ιδιωτικό χρέος ανερχόταν σε 334,1 δισ. ευρώ το 2017, αυξήθηκε σε 373,3 δισ. το 2023, έφθασε τα 392,8 δισ. το 2024 και ξεπέρασε τα 407 δισ. ευρώ το τρίτο τρίμηνο του 2025. Μέσα σε λιγότερο από εννέα χρόνια αυξήθηκε κατά περισσότερα από 80 δισ. ευρώ.

Αυτό είναι το πραγματικό αποτέλεσμα επτά ετών διακυβέρνησης της Νέας Δημοκρατίας. Η κυβέρνηση ισχυρίζεται ότι έβαλε την οικονομία σε τάξη, αλλά παρέλαβε ένα ήδη τεράστιο πρόβλημα ιδιωτικού χρέους και, αντί να το επιλύσει, επέτρεψε να διογκωθεί περαιτέρω.

Το 57% του ιδιωτικού χρέους δεν εξυπηρετείται κανονικά

Ακόμη πιο ανησυχητική από το συνολικό ύψος είναι η ποιότητα του ιδιωτικού χρέους. Περίπου 237 δισ. ευρώ, δηλαδή σχεδόν το 57% του συνόλου και περίπου το 96% του ελληνικού ΑΕΠ, αποτελούνται από ληξιπρόθεσμες ή μη εξυπηρετούμενες υποχρεώσεις.

Πρόκειται για χρέος που βαραίνει την οικονομία χωρίς να δημιουργεί παραγωγική δυναμική. Αποκλείει πολίτες και επιχειρήσεις από τη χρηματοδότηση, καθηλώνει περιουσιακά στοιχεία, αποθαρρύνει τις επενδύσεις και διατηρεί εκατομμύρια ανθρώπους σε κατάσταση μόνιμης ανασφάλειας.

Οι οφειλές προς το Δημόσιο κατέχουν πλέον κυρίαρχη θέση. Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 οι ληξιπρόθεσμες φορολογικές οφειλές ανέρχονταν σε 111,9 δισ. ευρώ και οι οφειλές προς τον ΕΦΚΑ σε 50,7 δισ. ευρώ. Συνολικά, περίπου το 69% των ληξιπρόθεσμων ιδιωτικών οφειλών αφορούσε το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία. Στο τέλος του ίδιου έτους τα αντίστοιχα ποσά αυξήθηκαν περίπου στα 113,9 δισ. και στα 51,3 δισ. ευρώ.

Εδώ καταρρέει το κυβερνητικό αφήγημα της επιτυχημένης οικονομικής πολιτικής. Μπορεί ο κρατικός προϋπολογισμός να εμφανίζει πλεονάσματα και υπεραπόδοση φορολογικών εσόδων, αλλά την ίδια στιγμή πολίτες και επιχειρήσεις δημιουργούν νέα χρέη επειδή αδυνατούν να ανταποκριθούν στην ακρίβεια, στην υπερφορολόγηση και στο υψηλό κόστος λειτουργίας.

Το Δημόσιο παρουσιάζει λογιστικά πλεονάσματα, αλλά οι πολίτες παρουσιάζουν πραγματικά ελλείμματα στον οικογενειακό τους προϋπολογισμό. Αυτή δεν είναι επιτυχημένη οικονομική πολιτική. Είναι μεταφορά του οικονομικού βάρους από το κράτος στην κοινωνία.

Οι πολλοί χρωστούν λίγα – οι ελάχιστοι σχεδόν τα πάντα

Ιδιαίτερη σημασία έχει η κατανομή των φορολογικών οφειλών. Σύμφωνα με την έρευνα του ΙΟΒΕ, το 78,7% των οφειλετών χρωστά λιγότερα από 3.000 ευρώ. Οι οφειλές αυτής της μεγάλης κοινωνικής ομάδας αντιστοιχούν μόλις σε 1,5 δισ. ευρώ ή στο 1,4% του συνολικού φορολογικού χρέους.

Αντίθετα, μόλις το 0,6% των οφειλετών, με χρέος άνω των 300.000 ευρώ, συγκεντρώνει οφειλές 90,9 δισ. ευρώ, δηλαδή το 82,8% του συνολικού ποσού.

Κι όμως, η φορολογική διοίκηση επιδεικνύει συχνά τη μεγαλύτερη αυστηρότητα απέναντι στους μικρούς οφειλέτες. Για χρέη λίγων χιλιάδων ευρώ δεσμεύονται λογαριασμοί, συμψηφίζονται επιστροφές και ενεργοποιούνται μέτρα αναγκαστικής είσπραξης. Το κράτος αντιμετωπίζει τον μισθωτό, τον μικροεπαγγελματία ή τον αγρότη που χρωστά δύο ή τρεις χιλιάδες ευρώ περίπου με την ίδια γραφειοκρατική σκληρότητα με έναν μεγάλο οφειλέτη εκατομμυρίων.

Αυτό δεν είναι φορολογική δικαιοσύνη. Είναι ένα εισπρακτικό σύστημα που πιέζει περισσότερο εκείνον που είναι εύκολο να εντοπιστεί και να ελεγχθεί, όχι απαραίτητα εκείνον που συγκεντρώνει το μεγαλύτερο χρέος.

Αντίστοιχη είναι η εικόνα στον ΕΦΚΑ. Περίπου το 70% των οφειλετών χρωστά έως 15.000 ευρώ και συγκεντρώνει μόλις το 10,9% της συνολικής οφειλής. Την ίδια στιγμή, το 0,3% των οφειλετών με χρέη άνω των 500.000 ευρώ συγκεντρώνει περίπου το 30% του συνολικού ασφαλιστικού χρέους.

Ακόμη πιο αποκαλυπτικό είναι ότι το 63,7% των οφειλών προς τον ΕΦΚΑ, περίπου 32,3 δισ. ευρώ, αφορά υποχρεώσεις που δημιουργήθηκαν πριν από το 2010. Η κυβέρνηση εξακολουθεί να εμφανίζει ως δήθεν ενεργές απαιτήσεις χρέη ηλικίας δεκαετιών, φορτωμένα με τόκους και προσαυξήσεις, τα οποία σε μεγάλο βαθμό δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθούν.

Έτσι δημιουργείται μια πλασματική εικόνα για το ύψος του ιδιωτικού χρέους και ταυτόχρονα διατηρούνται πολίτες και επαγγελματίες σε καθεστώς διαρκούς οικονομικής ομηρίας.

Οι τράπεζες «καθάρισαν» – οι πολίτες όχι

Η κυβέρνηση παρουσιάζει τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων στους τραπεζικούς ισολογισμούς ως μεγάλη επιτυχία. Πράγματι, τα «κόκκινα» δάνεια που παραμένουν στις τράπεζες περιορίστηκαν σημαντικά. Δεν διαγράφηκαν, όμως, ούτε εξοφλήθηκαν. Μεταφέρθηκαν μέσω τιτλοποιήσεων και πωλήσεων σε επενδυτικά κεφάλαια και εταιρείες διαχείρισης απαιτήσεων.

Στο τρίτο τρίμηνο του 2025 τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια σε τράπεζες και servicers ανέρχονταν περίπου στα 73,9 δισ. ευρώ. Από αυτά, μόλις 5,9 δισ. παρέμεναν στις τράπεζες, ενώ περίπου 68 δισ. ευρώ, δηλαδή το 92%, βρίσκονταν υπό τη διαχείριση των servicers.

Η κυβέρνηση, λοιπόν, δεν εξαφάνισε το πρόβλημα. Το έκρυψε έξω από τους τραπεζικούς ισολογισμούς.

Οι τράπεζες εμφανίζονται πλέον υγιείς και διανέμουν μερίσματα, ενώ οι δανειολήπτες εξακολουθούν να χρωστούν, οι εγγυητές εξακολουθούν να απειλούνται, οι μικρές επιχειρήσεις παραμένουν αποκλεισμένες από τον δανεισμό και οι κατοικίες των πολιτών οδηγούνται σε πλειστηριασμό. Η λογιστική εξυγίανση των τραπεζών χρηματοδοτήθηκε από το Δημόσιο και προστατεύθηκε με κρατικές εγγυήσεις, αλλά η οικονομική εξυγίανση των νοικοκυριών αφέθηκε στις απαιτήσεις των funds.

Αυτό είναι το παράδοξο της κυβερνητικής πολιτικής: κοινωνικοποίησε το κόστος διάσωσης του τραπεζικού συστήματος, αλλά ιδιωτικοποίησε τη διαχείριση της απόγνωσης των οφειλετών.

Ιδιωτικό χρέος και πρόωρη αποπληρωμή 13 δισ. ευρώ δημοσίου χρέους

Μέσα σε αυτήν την πραγματικότητα, η κυβέρνηση ανακοίνωσε ότι σχεδιάζει εντός του 2026 νέα πρόωρη αποπληρωμή δημόσιου χρέους ύψους περίπου 13 δισ. ευρώ. Η μείωση του δημόσιου χρέους και του κόστους εξυπηρέτησής του είναι ασφαλώς θεμιτός και αναγκαίος στόχος. Η υπευθυνότητα, όμως, δεν ταυτίζεται με τη μονοδιάστατη εμμονή στην ταχύτερη δυνατή αποπληρωμή, αδιαφορώντας για την κατάσταση της πραγματικής οικονομίας. Ιδίως όταν μεγάλο μέρος του ελληνικού δημόσιου χρέους έχει μακρά διάρκεια, βρίσκεται στα χέρια του επίσημου τομέα και διαθέτει ευνοϊκούς όρους εξυπηρέτησης.

Η κυβέρνηση όφειλε να εξετάσει μια περισσότερο ισορροπημένη επιλογή: να διαθέσει μικρότερο ποσό για την πρόωρη αποπληρωμή και να κατευθύνει μέρος των διαθέσιμων πόρων σε ένα συγκροτημένο πρόγραμμα ουσιαστικής μείωσης του ιδιωτικού χρέους, ενίσχυσης των βιώσιμων μικρομεσαίων επιχειρήσεων και προστασίας της κύριας κατοικίας.

Δεν ισχυριζόμαστε ότι ολόκληρο το ποσό των 13 δισ. ευρώ μπορεί αυτομάτως να μετατραπεί σε δημοσιονομική δαπάνη. Υπάρχουν κανόνες, ταμειακές ανάγκες και διεθνείς δεσμεύσεις που πρέπει να ληφθούν υπόψη. Υποστηρίζουμε, όμως, ότι η κυβέρνηση όφειλε να παρουσιάσει μια ολοκληρωμένη ανάλυση κόστους και οφέλους και να εξηγήσει γιατί επιλέγει τόσο μεγάλη και επιταχυνόμενη αποπληρωμή, όταν 237 δισ. ευρώ ιδιωτικού χρέους παραμένουν ληξιπρόθεσμα.

Ακόμη και ένα μέρος των πόρων, εφόσον οργανωνόταν μέσα στα επιτρεπόμενα δημοσιονομικά όρια, θα μπορούσε να χρηματοδοτήσει στοχευμένες ρυθμίσεις, εγγυοδοτικά εργαλεία για βιώσιμες μικρές επιχειρήσεις, στήριξη ευάλωτων δανειοληπτών και πολιτικές αύξησης του διαθέσιμου εισοδήματος.

Η Ελλάδα και η Ευρώπη

Με βάση τον συγκρίσιμο ευρωπαϊκό δείκτη, η Ελλάδα δεν βρίσκεται στις πρώτες θέσεις ιδιωτικού δανεισμού. Το χρέος των ελληνικών νοικοκυριών κινείται περίπου στο 38% με 39% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος είναι κοντά στο 49% στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στο 51% στην ευρωζώνη.

Αυτό, όμως, δεν σημαίνει ότι τα ελληνικά νοικοκυριά βρίσκονται σε καλύτερη θέση. Σε αρκετές χώρες της βόρειας και δυτικής Ευρώπης το υψηλότερο χρέος συνοδεύεται από υψηλότερα εισοδήματα, περισσότερες καταθέσεις, μεγαλύτερη χρηματοοικονομική περιουσία, ισχυρότερες κοινωνικές παροχές και ευκολότερη πρόσβαση στη στεγαστική πίστη.

Στην Ελλάδα, αντιθέτως, ακόμη και μικρότερο χρέος είναι δυσκολότερο να εξυπηρετηθεί λόγω των χαμηλών πραγματικών μισθών, της ακρίβειας, του υψηλού κόστους στέγασης, της υπερφορολόγησης και των ακριβών τραπεζικών επιτοκίων. Η χαμηλότερη δανειακή επιβάρυνση των νοικοκυριών αντανακλά επίσης τον αποκλεισμό εκατοντάδων χιλιάδων πολιτών από το τραπεζικό σύστημα.

Νέα ζευγάρια αδυνατούν να λάβουν στεγαστικό δάνειο, μικρές επιχειρήσεις στερούνται κεφαλαίου κίνησης και επαγγελματίες παραμένουν εγκλωβισμένοι σε αρχεία οικονομικής συμπεριφοράς. Δεν πρόκειται για υγιή απομόχλευση, αλλά για μια οικονομία δύο ταχυτήτων, στην οποία οι ισχυροί έχουν πρόσβαση σε φθηνότερη χρηματοδότηση και οι μικροί καλούνται να επιβιώσουν χωρίς ρευστότητα.

Οι ευθύνες της κυβέρνησης

Η Νέα Δημοκρατία είχε επτά χρόνια για να διαμορφώσει μια ολοκληρωμένη στρατηγική. Αντί γι’ αυτό, προτεραιότητά της ήταν η θωράκιση των τραπεζικών ισολογισμών, η εξυπηρέτηση των δημοσιονομικών στόχων και η επιτάχυνση των πλειστηριασμών.

Ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει βελτιωθεί, αλλά εξακολουθεί να μην καλύπτει το σύνολο των οφειλετών και να μην εγγυάται πραγματικά βιώσιμες λύσεις. Ο αλγόριθμος δεν είναι επαρκώς διαφανής, οι διαδικασίες καθυστερούν και πολλές προτάσεις ρύθμισης δεν ανταποκρίνονται στο πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.

Παράλληλα, η κυβέρνηση αρνείται να θεσπίσει ένα σταθερό και μόνιμο πλαίσιο πολλών δόσεων για τις οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ. Οι πολίτες εγκλωβίζονται σε ρυθμίσεις που χάνονται εύκολα, ενώ η απουσία ουσιαστικής προστασίας της κύριας κατοικίας ενισχύει την ανασφάλεια.

Το ιδιωτικό χρέος, όμως, δεν αντιμετωπίζεται αποκλειστικά με εισπρακτικούς μηχανισμούς. Είναι αποτέλεσμα της ακρίβειας, της μείωσης της αγοραστικής δύναμης, της υψηλής έμμεσης φορολογίας, του ενεργειακού κόστους και της στεγαστικής κρίσης. Όσο η κυβέρνηση αρνείται να αντιμετωπίσει τις αιτίες, θα συνεχίζει να παράγει νέους οφειλέτες.

Η ολοκληρωμένη πρόταση της ΝΙΚΗΣ

Η ΝΙΚΗ προτείνει μια συνολική πολιτική που θα προστατεύει τους πραγματικά αδύναμους, θα επιβραβεύει τους συνεπείς, θα εξυγιαίνει τις βιώσιμες επιχειρήσεις και θα αντιμετωπίζει αυστηρά τους στρατηγικούς κακοπληρωτές και τους μεγάλους οφειλέτες.

Πρώτον, απαιτείται πλήρης καταγραφή και εκκαθάριση του πραγματικού ιδιωτικού χρέους. Οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τα ασφαλιστικά ταμεία που έχουν χαρακτηριστεί ανεπίδεκτες είσπραξης και παραμένουν ανενεργές εδώ και δεκαετίες πρέπει, μετά από αυστηρό και εξατομικευμένο έλεγχο, να διαγράφονται οριστικά από τα βιβλία. Δεν μιλάμε για χαριστική και οριζόντια διαγραφή χρεών ούτε για επιβράβευση των στρατηγικών κακοπληρωτών. Μιλάμε για απαιτήσεις από πτωχευμένες και ανύπαρκτες επιχειρήσεις, αποβιώσαντες χωρίς περιουσία, οφειλέτες χωρίς εισόδημα ή περιουσιακά στοιχεία και υποθέσεις στις οποίες έχει εξαντληθεί κάθε νόμιμη δυνατότητα είσπραξης.

Η διατήρηση τέτοιων οφειλών επί δεκαετίες δεν αυξάνει τα δημόσια έσοδα. Παραποιεί την πραγματική εικόνα του ιδιωτικού χρέους, διογκώνει πλασματικά τις απαιτήσεις του Δημοσίου και εμποδίζει τη χάραξη σοβαρής πολιτικής. Η Ελλάδα χρειάζεται έναν αληθινό ισολογισμό, όχι λογιστικά φαντάσματα χρεών που δεν πρόκειται ποτέ να εισπραχθούν.

Δεύτερον, προτείνουμε μόνιμο μηχανισμό έως 120 δόσεων για οφειλές προς την ΑΑΔΕ και τον ΕΦΚΑ, με τη δόση να συνδέεται με το πραγματικό εισόδημα και την οικονομική δυνατότητα του οφειλέτη. Για όσους τηρούν με συνέπεια τη ρύθμιση πρέπει να προβλέπεται ουσιαστική διαγραφή τόκων και προσαυξήσεων.

Τρίτον, προτείναμε με σχέδιο νόμου που καταθέσαμε στην Βουλή (20 Μάιου 2024) να θεσπιστεί το δικαίωμα των δανειοληπτών να εξαγοράζουν τα κόκκινα δάνεια τους μετά τη μεταβίβασή τους από τις τράπεζες στις Εταιρείες Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις. Η ρύθμιση αφορά δάνεια φυσικών προσώπων και επιχειρήσεων και εφαρμόζεται πριν από την έναρξη διαδικασιών αναγκαστικής εκτέλεσης.

Τέταρτον, ο εξωδικαστικός μηχανισμός πρέπει να γίνει πραγματικά δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές, με πλήρη διαφάνεια του αλγορίθμου, σαφές χρονοδιάγραμμα, δικαίωμα αιτιολογημένης ένστασης και υποχρέωση πρότασης βιώσιμης ρύθμισης πριν από οποιοδήποτε μέτρο αναγκαστικής εκτέλεσης. Όσο εκκρεμεί η διαδικασία και ο οφειλέτης συνεργάζεται καλόπιστα, οι πλειστηριασμοί πρέπει να αναστέλλονται.

Πέμπτον, απαιτείται αυστηρή εποπτεία των servicers. Οι εταιρείες διαχείρισης πρέπει να παρέχουν αναλυτική κατάσταση της οφειλής, να αιτιολογούν κάθε επιβάρυνση, να απαντούν εντός συγκεκριμένων προθεσμιών και να υπόκεινται σε πραγματικές κυρώσεις. Οι προτάσεις ρύθμισης οφείλουν να λαμβάνουν υπόψη την οικονομική δυνατότητα του δανειολήπτη, την αξία της εξασφάλισης και το τίμημα μεταβίβασης της απαίτησης.

Έκτον, είναι απαραίτητο ένα ουσιαστικό πλαίσιο προστασίας της κύριας κατοικίας για τις ευάλωτες και οικονομικά αδύναμες οικογένειες. Ο φορέας απόκτησης και επαναμίσθωσης δεν μπορεί να μετατραπεί σε ακόμη ένα εργαλείο μεταφοράς της περιουσίας των Ελλήνων σε επενδυτικά κεφάλαια. Πρέπει να λειτουργεί υπό δημόσιο έλεγχο, με κοινωνικά κριτήρια και πραγματικό δικαίωμα επαναγοράς.

Έβδομον, απαιτείται ειδικό πρόγραμμα δεύτερης ευκαιρίας για βιώσιμες μικρομεσαίες επιχειρήσεις και ελεύθερους επαγγελματίες, με αναδιάρθρωση χρεών, περίοδο χάριτος, εγγυοδοτικά εργαλεία και δυνατότητα πρόσβασης σε νέα χρηματοδότηση.

Τέλος, η αντιμετώπιση του ιδιωτικού χρέους προϋποθέτει αύξηση του διαθέσιμου εισοδήματος. Η ΝΙΚΗ προτείνει μείωση του ΦΠΑ στα τρόφιμα από το 13% στο 8%, μείωση του βασικού συντελεστή από το 24% στο 20%, περιορισμό του ενεργειακού κόστους, ενίσχυση της οικογένειας και ουσιαστική φορολογική ελάφρυνση της μικρομεσαίας επιχειρηματικότητας. Χωρίς πραγματική ενίσχυση του εισοδήματος, κάθε ρύθμιση θα είναι προσωρινή και οι πολίτες θα επιστρέφουν ξανά στην ίδια παγίδα.

Το ιδιωτικό χρέος δεν είναι ένας ψυχρός αριθμός σε μια οικονομική έκθεση. Είναι η αγωνία της οικογένειας που κινδυνεύει να χάσει το σπίτι της, του επαγγελματία που βλέπει τον λογαριασμό του δεσμευμένο, του αγρότη που αδυνατεί να πληρώσει τις εισφορές του και του νέου ανθρώπου που αποκλείεται από κάθε δυνατότητα χρηματοδότησης.

Η οικονομία δεν εξυγιαίνεται όταν καθαρίζουν μόνο οι ισολογισμοί των τραπεζών και οι αριθμοί του κρατικού προϋπολογισμού. Εξυγιαίνεται όταν μπορούν να σταθούν ξανά όρθιοι οι πολίτες, οι οικογένειες και οι παραγωγικές επιχειρήσεις.

Και όσο η κυβέρνηση θυσιάζει την πραγματική οικονομία στον βωμό της επικοινωνιακής εικόνας και των πρόωρων αποπληρωμών, το δημόσιο χρέος μπορεί να φαίνεται ότι μειώνεται, αλλά το χρέος της κοινωνίας θα εξακολουθεί να αυξάνεται.