Menu
⭸ ΕΙΣΑΓΩΓΗΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Πρωταθλήτρια στη μείωση του χρέους ή πρωταθλήτρια στο χρέος; Τι δεν μας είπε ο κ. Πρωθυπουργός.

Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ   Η δήλωση του Πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια Ευρώπης» στη μείωση του δημόσιου χρέους δημιουργεί την εντύπωση ότι η χώρα έχει αφήσει οριστικά πίσω της την οικονομική κρίση. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Ναι, ο λόγος του χρέους προς το […]

Screenshot

Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

 

Η δήλωση του Πρωθυπουργού ότι η Ελλάδα είναι «πρωταθλήτρια Ευρώπης» στη μείωση του δημόσιου χρέους δημιουργεί την εντύπωση ότι η χώρα έχει αφήσει οριστικά πίσω της την οικονομική κρίση. Η πραγματικότητα, όμως, είναι πιο σύνθετη. Ναι, ο λόγος του χρέους προς το ΑΕΠ μειώνεται με εντυπωσιακό ρυθμό. Όμως η οικονομία δεν μπορεί να αξιολογείται από έναν μόνο δείκτη. Αν εξετάσουμε το σύνολο των δημοσιονομικών και μακροοικονομικών μεγεθών, θα διαπιστώσουμε ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει χρόνιες αδυναμίες, οι οποίες δεν επιτρέπουν πανηγυρισμούς αλλά επιβάλλουν σοβαρό προβληματισμό.

Το ερώτημα όμως είναι διαφορετικό: αρκεί αυτό για να ισχυριστεί κανείς ότι η ελληνική οικονομία έχει θεραπεύσει τις χρόνιες παθογένειές της;

Η απάντηση είναι όχι.

Γιατί πίσω από έναν εντυπωσιακό ρυθμό μείωσης κρύβεται μια πραγματικότητα που η κυβέρνηση αποφεύγει να αναδείξει. Παρά τη σημαντική αποκλιμάκωση, η Ελλάδα εξακολουθεί να κατέχει την πρώτη θέση στην Ευρωπαϊκή Ένωση ως προς το ύψος του δημόσιου χρέους. Με άλλα λόγια, μετά από περισσότερα από δέκα χρόνια μνημονίων, σκληρής λιτότητας, υπερφορολόγησης, περικοπών εισοδημάτων και τεράστιων κοινωνικών θυσιών, η χώρα εξακολουθεί να είναι η πλέον υπερχρεωμένη οικονομία της Ευρώπης.

Αρκεί μάλιστα να εξετάσουμε και το απόλυτο ύψος του χρέους για να αντιληφθούμε την πραγματική εικόνα. Το 2010, όταν η χώρα εισήλθε στο πρώτο Μνημόνιο, το δημόσιο χρέος ανερχόταν περίπου στα 330 δισ. ευρώ. Σήμερα, δεκαέξι χρόνια αργότερα, παρά τις πρωτοφανείς θυσίες των πολιτών, τις περικοπές μισθών και συντάξεων, την υπερφορολόγηση, τις ιδιωτικοποιήσεις και τη μεγαλύτερη δημοσιονομική προσαρμογή που γνώρισε ποτέ ευρωπαϊκή χώρα σε καιρό ειρήνης, το δημόσιο χρέος εξακολουθεί να κινείται γύρω στα 360-363 δισ. ευρώ. Δηλαδή, σε απόλυτους αριθμούς δεν έχει μειωθεί ουσιαστικά· αντίθετα, παραμένει υψηλότερο από το επίπεδο στο οποίο βρισκόταν όταν ξέσπασε η κρίση. Αυτό αποδεικνύει ότι η βελτίωση του λόγου χρέους προς ΑΕΠ, όσο σημαντική κι αν είναι, δεν πρέπει να συγχέεται με μια πραγματική και οριστική επίλυση του προβλήματος του δημόσιου χρέους.

Δεν αποτελεί λοιπόν επιτυχία το γεγονός ότι μειώνεται το χρέος από εξαιρετικά υψηλά επίπεδα. Επιτυχία θα ήταν η Ελλάδα να παύσει να αποτελεί την αρνητική εξαίρεση της Ευρώπης.

Η ουσία είναι ότι ο δείκτης χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται κυρίως επειδή αυξάνεται ο παρονομαστής, δηλαδή το ονομαστικό ΑΕΠ, το οποίο ενισχύεται από τον πληθωρισμό, την αύξηση των φορολογικών εσόδων και την οικονομική ανάπτυξη. Αυτό όμως δεν σημαίνει αυτομάτως ότι η οικονομία έχει γίνει περισσότερο παραγωγική ή περισσότερο ανθεκτική.

Αρκεί να εξετάσει κανείς τους υπόλοιπους βασικούς δείκτες.

Το ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών παραμένει επί χρόνια έντονα ελλειμματικό. Η Ελλάδα συνεχίζει να εισάγει πολύ περισσότερα αγαθά και υπηρεσίες από όσα εξάγει. Το παραγωγικό της μοντέλο εξακολουθεί να βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην κατανάλωση, στον τουρισμό και στις υπηρεσίες, ενώ η μεταποίηση και η βιομηχανική παραγωγή δεν έχουν ανακτήσει το χαμένο έδαφος της προηγούμενης δεκαετίας.

Το χρόνιο αυτό πρόβλημα δεν είναι απλώς ένας λογιστικός δείκτης. Σημαίνει ότι η χώρα εξακολουθεί να χρηματοδοτεί την ανάπτυξή της με πόρους που προέρχονται από το εξωτερικό, γεγονός που την καθιστά περισσότερο ευάλωτη σε διεθνείς κρίσεις, αυξήσεις επιτοκίων ή αναταράξεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές.

Εξίσου προβληματική είναι η εικόνα των επενδύσεων.

Παρά τις συνεχείς κυβερνητικές ανακοινώσεις περί επενδυτικής έκρηξης, οι συνολικές επενδύσεις ως ποσοστό του ΑΕΠ εξακολουθούν να βρίσκονται αισθητά χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι παραγωγικές επενδύσεις, εκείνες δηλαδή που δημιουργούν μόνιμες θέσεις εργασίας, αυξάνουν τις εξαγωγές και βελτιώνουν την ανταγωνιστικότητα, δεν αυξάνονται με τους ρυθμούς που απαιτούνται για να αλλάξει το παραγωγικό πρότυπο της χώρας.

Μεγάλο μέρος των επενδυτικών κεφαλαίων εξακολουθεί να κατευθύνεται στην αγορά ακινήτων, στον τουρισμό και σε δραστηριότητες χαμηλής τεχνολογικής έντασης. Αντίθετα, η βιομηχανία, η καινοτομία, η έρευνα, οι νέες τεχνολογίες και η παραγωγή προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας εξακολουθούν να υπολείπονται των ευρωπαϊκών προτύπων.

Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο εμφανές αν εξετάσει κανείς τη σύνθεση των εξαγωγών. Η Ελλάδα εξακολουθεί να εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από προϊόντα περιορισμένης τεχνολογικής αξίας, ενώ οι εισαγωγές βιομηχανικών προϊόντων, μηχανημάτων και ενεργειακών αγαθών παραμένουν ιδιαίτερα υψηλές.

Η κυβέρνηση συχνά επικαλείται την ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας και τη βελτίωση της εικόνας της χώρας στις διεθνείς αγορές. Πρόκειται ασφαλώς για θετικές εξελίξεις. Ωστόσο, η πιστοληπτική αξιολόγηση δεν αποτελεί από μόνη της ένδειξη ότι έχουν λυθεί τα διαρθρωτικά προβλήματα της οικονομίας. Οι αγορές αξιολογούν κυρίως την ικανότητα εξυπηρέτησης του χρέους και τη δημοσιονομική σταθερότητα, όχι όμως το αν η χώρα διαθέτει ισχυρή παραγωγική βάση ή αν μπορεί να διατηρήσει υψηλούς ρυθμούς ανάπτυξης για τις επόμενες δεκαετίες.

Επιπλέον, η διατήρηση υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση για τη συνεχιζόμενη μείωση του χρέους. Αυτό όμως σημαίνει ότι σημαντικοί δημόσιοι πόροι εξακολουθούν να κατευθύνονται στην εξυπηρέτηση του χρέους αντί να αξιοποιούνται για επενδύσεις σε υποδομές, παιδεία, υγεία, έρευνα και παραγωγική ανασυγκρότηση.

Το μεγαλύτερο πρόβλημα, όμως, είναι ότι η δημόσια συζήτηση περιορίζεται σχεδόν αποκλειστικά σε έναν αριθμό: το ποσοστό του χρέους προς ΑΕΠ.

Μια οικονομία δεν κρίνεται μόνο από έναν δείκτη.

Κρίνεται από την παραγωγικότητά της, από την ανταγωνιστικότητά της, από την ικανότητά της να παράγει προϊόντα που εξάγονται στις διεθνείς αγορές, από την ποιότητα των επενδύσεων που προσελκύει, από το επίπεδο των μισθών, από την τεχνολογική της πρόοδο και από το κατά πόσο μπορεί να δημιουργήσει διατηρήσιμη ευημερία χωρίς να εξαρτάται από την κατανάλωση, τον τουρισμό ή την οικοδομική δραστηριότητα.

Η Ελλάδα χρειάζεται ένα νέο παραγωγικό μοντέλο που θα αξιοποιεί τη βιομηχανία, τον πρωτογενή τομέα, την αγροδιατροφή, την αμυντική βιομηχανία, την καινοτομία, την έρευνα, την αξιοποίηση του ορυκτού πλούτου, τις ενεργειακές διασυνδέσεις και τις εξαγωγές προϊόντων υψηλής προστιθέμενης αξίας. Μόνο έτσι θα μειωθεί διατηρήσιμα το εξωτερικό έλλειμμα και θα αποκτήσει η χώρα πραγματική οικονομική ανθεκτικότητα.

Αν ο κ. Πρωθυπουργός θέλει να αναφερθεί στο δημόσιο χρέος, ας πει ολόκληρη την αλήθεια στους Έλληνες πολίτες. Ναι, ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώνεται και αυτό είναι θετικό. Όμως η Ελλάδα εξακολουθεί να είναι η πιο υπερχρεωμένη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Και μέχρι να πάψει να κατέχει αυτή την αρνητική πρωτιά, οι πανηγυρισμοί περισσεύουν και η σοβαρή δουλειά είναι εκείνη που πρέπει να προηγηθεί.