Το Κράτος Δικαίου στην Ελλάδα: Μια ιδεολογία που αντιφάσκει με την πραγματικότητα
Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ Η έννοια του κράτους δικαίου είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο έχει στηριχτεί κάθε δημοκρατικό πολίτευμα. Όμως, στην Ελλάδα του 2026, όταν η πολιτική και κοινωνική ζωή βυθίζεται σε ένα ατέλειωτο σκάνδαλο πίσω από το άλλο, η επίκληση του κράτους δικαίου μοιάζει περισσότερο […]
Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η έννοια του κράτους δικαίου είναι το θεμέλιο πάνω στο οποίο έχει στηριχτεί κάθε δημοκρατικό πολίτευμα. Όμως, στην Ελλάδα του 2026, όταν η πολιτική και κοινωνική ζωή βυθίζεται σε ένα ατέλειωτο σκάνδαλο πίσω από το άλλο, η επίκληση του κράτους δικαίου μοιάζει περισσότερο με ανέκδοτο παρά με πραγματικότητα. Όχι γιατί η έννοια της δικαιοσύνης και της νομιμότητας έχει εκλείψει από το πολιτικό λεξιλόγιο, αλλά γιατί η καθημερινή πρακτική διαψεύδει την ίδια την έννοια.
Αναφερόμαστε σε ένα κράτος όπου οι υποθέσεις διαφθοράς και διαπλοκής δεν αποτελούν εξαιρέσεις, αλλά έναν κανονικό κανόνα. Από το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, που αποκαλύπτει για ακόμη μια φορά τη διαχείριση δημόσιου χρήματος χωρίς κανένα έλεγχο, μέχρι το ανεξέλεγκτο ζήτημα των υποκλοπών, η χώρα μας βιώνει μια παρακμή των θεσμών που αφήνει πίσω της την εμπιστοσύνη των πολιτών και την πίστη στον δημοκρατικό διάλογο.
Αυτή η κατάσταση, που καθημερινά επιβεβαιώνεται με νέα περιστατικά, προϋποθέτει μια σκληρή αυτοκριτική, όχι μόνο από την πλευρά της κυβέρνησης, αλλά και από τους πολιτικούς θεσμούς γενικότερα. Αντί αυτού, όμως, η κυβέρνηση φαίνεται να περιορίζεται σε αποσπασματικές αναφορές σε έννοιες όπως το κράτος δικαίου, χωρίς ουσιαστικό αντίκρισμα στην πράξη. Και αυτό γιατί, όταν η πολιτική ευθύνη περιορίζεται στην επικοινωνία και όχι στην πραγματική αποδοχή ευθυνών, το κράτος δικαίου γίνεται απλώς μια κενή φράση.
Σε αυτή τη διαπίστωση συντελεί και η πρόσφατη τοποθέτηση κορυφαίου λαλίστατου και μερικές φορές κραυγάζοντα υπουργού εναντίον της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, που έφερε την αντίδραση της Ένωσης Δικαστών και Εισαγγελέων , η οποία απάντησε αιχμηρά στις δηλώσεις του υπουργού σχετικά με την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, υπογραμμίζοντας ότι τέτοιες τοποθετήσεις ενδέχεται να υπονομεύσουν την εμπιστοσύνη των πολιτών στους θεσμούς. Τόνισε επίσης πως η ανεξαρτησία της δικαιοσύνης αποτελεί θεμέλιο του κράτους δικαίου και δεν πρέπει να τίθεται υπό αμφισβήτηση. Η παρέμβασή της λειτουργεί ως υπενθύμιση ότι ο δημόσιος λόγος των πολιτικών οφείλει να είναι προσεκτικός, ιδίως όταν αφορά ευρωπαϊκούς θεσμούς και ευαίσθητες νομικές διαδικασίες.
Σε διεθνές επίπεδο, δείκτες όπως εκείνοι του World Justice Project καταγράφουν την ποιότητα του κράτους δικαίου με βάση συγκεκριμένα κριτήρια: διαφάνεια, περιορισμό της διαφθοράς, αποτελεσματικότητα της δικαιοσύνης. Η Ελλάδα δεν συγκαταλέγεται στις χώρες με τις χαμηλότερες επιδόσεις, αλλά παραμένει σταθερά πίσω από κράτη με ισχυρότερη θεσμική παράδοση, όπως η Δανία ή η Φινλανδία. Αυτό από μόνο του δεν αποτελεί καταδίκη. Όμως η στασιμότητα ή η αδυναμία ουσιαστικής βελτίωσης αποτελεί πολιτική ευθύνη. Αντίστοιχα, οι εκθέσεις της European Commission για το κράτος δικαίου επισημαίνουν διαχρονικά προβλήματα: καθυστερήσεις στη δικαιοσύνη, ελλείψεις στη διαφάνεια και περιορισμένη αποτελεσματικότητα στην αντιμετώπιση υποθέσεων υψηλού ενδιαφέροντος.Σε μια ώριμη δημοκρατία, η ανάληψη ευθύνης αποτελεί βασική προϋπόθεση ενίσχυσης των θεσμών. Στην ελληνική περίπτωση, παρατηρείται συχνά το αντίθετο: μετατόπιση ευθυνών, υποβάθμιση της σημασίας των υποθέσεων και προσπάθεια ελέγχου της δημόσιας ατζέντας.
Η αίσθηση της ατιμωρησίας έχει κυριαρχήσει, και αυτό είναι το μεγαλύτερο πλήγμα για την ποιότητα της δημοκρατίας. Η Βουλή, αντί να αποτελεί το φυσικό πεδίο δημοκρατικού ελέγχου και λογοδοσίας, έχει μετατραπεί σε σκηνικό πολιτικής θεατρικότητας. Εκεί, οι κυβερνητικοί βουλευτές και υπουργοί αναλαμβάνουν να απαντήσουν σε ερωτήσεις και να εκφωνήσουν λόγους, χωρίς όμως να προσφέρουν πραγματικές λύσεις και χωρίς να αναλαμβάνουν τις ευθύνες που τους αναλογούν.
Η κυβέρνηση έχει αποτύχει να δώσει ουσιαστικές απαντήσεις σε καίρια ερωτήματα, και οι πολίτες το αντιλαμβάνονται αυτό κάθε μέρα. Η δικαιοσύνη δεν πρέπει να παραμένει ένα διακηρυκτικό σχήμα λόγου, αλλά να γίνεται πραγματικότητα. Όταν πρώην υπουργοί και βουλευτές της κυβερνητικής παράταξης βρίσκονται υπό έλεγχο, όταν υποθέσεις κρίσιμες για την ακεραιότητα του κράτους παραμένουν ανεξήγητες ή καλυμμένες με σιωπή, η δημοκρατία δεν μπορεί να λειτουργεί με τη λογική της επικοινωνιακής διαχείρισης.
Η πολιτική ευθύνη δεν εξαντλείται σε μια σειρά λόγων χωρίς αντίκρισμα. Είναι θέμα πράξεων και αποφάσεων. Και σε αυτό το πεδίο, η κυβέρνηση, και προσωπικά ο Πρωθυπουργός, δεν έχουν κατορθώσει να δώσουν το παράδειγμα. Όταν η πολιτική παραμένει εγκλωβισμένη σε έναν κύκλο επικοινωνιακής διαχείρισης και το κράτος δικαίου παραμένει κενό περιεχομένου, τότε η χώρα μας θα παραμείνει εγκλωβισμένη σε μια αέναη κρίση εμπιστοσύνης.
Το ζήτημα της επαναφοράς της έννοιας του κράτους δικαίου στη ζωή της χώρας δεν είναι ζήτημα διακηρύξεων. Είναι ζήτημα πολιτικής βούλησης και πραγματικής λογοδοσίας. Μόνο όταν οι πολιτικοί αναλάβουν τις ευθύνες τους, μόνο όταν οι θεσμοί επιτελούν το έργο τους και οι πολίτες βλέπουν ότι η δικαιοσύνη είναι πραγματική και αμερόληπτη, τότε και μόνο τότε το κράτος δικαίου θα πάψει να είναι κενή έννοια και θα γίνει μια πραγματικότητα.
Μέχρι τότε, η Ελλάδα θα παραμένει ένας τόπος στον οποίο οι λέξεις χάνουν το νόημά τους και η εμπιστοσύνη στις θεσμικές διαδικασίες καταρρέει.
