Menu
⭸ ΕΙΣΑΓΩΓΗΑΡΘΡΟΓΡΑΦΙΑ

Οι προειδοποιήσεις Κοβέσι εκθέτουν την κυβέρνηση: Ώρα για λογοδοσία.

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ Η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών δεν θύμισε την Πυθία, αλλά μίλησε καθαρά για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την ασυλία που θέλουν να απολαμβάνουν κάποιοι στην Ελλάδα για σκάνδαλα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από την κοινή λογική. Η […]

Του Ανδρέα Βορύλλα, Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ

Η Ευρωπαία εισαγγελέας Λάουρα Κοβέσι στο Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών δεν θύμισε την Πυθία, αλλά μίλησε καθαρά για το σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ και την ασυλία που θέλουν να απολαμβάνουν κάποιοι στην Ελλάδα για σκάνδαλα που δεν μπορούν να αμφισβητηθούν από την κοινή λογική. Η κυρία Κοβέσι έδειξε ότι έχει ακόμα πολλά στοιχεία για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ και πιθανότατα και άλλες υποθέσεις που αφορούν την Ελλάδα, δεν κρύφτηκε πίσω από το δάχτυλό της και αναφέρθηκε με παρρησία στα φαινόμενα νεποτισμού που πλέον κατακλύζουν την πολιτική ζωή της χώρας, με την κυβέρνηση περί άλλων να τυρβάζει. Το σίγουρο είναι ότι η κυρία Κοβέσι θα συνεχίσει να κάνει τη δουλειά της και κάποιοι να χάνουν τον ύπνο τους.

Οι παρεμβάσεις της δεν ήταν γενικόλογες. Ήταν στοχευμένες και πολιτικά φορτισμένες. Όταν δηλώνει ότι «δεν θα με πείσει κανείς ότι η απάτη αποτελεί μέρος της δουλειάς ενός πολιτικού», δεν πρόκειται απλώς για μια ηθική τοποθέτηση. Είναι ευθεία καταγγελία μιας κουλτούρας που επιχειρεί να κανονικοποιήσει την παραβατικότητα ως δήθεν αναπόφευκτο στοιχείο της εξουσίας. Και αυτή η κουλτούρα δεν γεννήθηκε μόνη της· έχει πολιτικούς εκφραστές και συγκεκριμένες ευθύνες.

Ακόμη πιο αποκαλυπτική είναι η φράση της για το ελληνικό πλαίσιο αντιμετώπισης της απάτης: « Αν κάποιος διαπράξει απάτη στην Ελλάδα, επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος επιστρέφει τα χρήματα και μένει ελεύθερος». Πρόκειται για μια διατύπωση που συμπυκνώνει τη στρέβλωση του κράτους δικαίου. Διότι εδώ δεν έχουμε απλώς ένα νομικό κενό, αλλά μια πολιτική επιλογή ετών: να αντιμετωπίζεται η διαφθορά ως διαχειρίσιμη εκτροπή και όχι ως καίριο πλήγμα στη δημοκρατία. Όσο αυτή η λογική παραμένει, κάθε εξαγγελία περί διαφάνειας θα ακούγεται κενή.

Χαρακτήρισε τις επιθέσεις προς την Ευρωπαϊκή Εισαγγελία «αντιπερισπασμό» ποιος δεν το βλέπει άλλωστε ;  Η λέξη δεν είναι τυχαία. Περιγράφει με ακρίβεια μια δοκιμασμένη πολιτική μέθοδο: αντί να δοθούν απαντήσεις για την ουσία της υπόθεσης, μετατίθεται η συζήτηση στην αξιοπιστία εκείνων που ερευνούν. Η κυβέρνηση με αιχμή του δόρατος δηλώσεις όπως αυτές του Υπουργού Υγείας , φαίνεται να επιλέγει ακριβώς αυτή τη γραμμή. Όμως σε ένα ευρωπαϊκό περιβάλλον θεσμικής λογοδοσίας, τέτοιες πρακτικές δεν περνούν απαρατήρητες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει και η αναφορά της σε «έγκλημα», «νεποτισμό» και «πελατειακές σχέσεις». Οι λέξεις αυτές δεν είναι πολιτικά ουδέτερες. Συνθέτουν ένα κατηγορητήριο που ξεπερνά το επίπεδο μιας μεμονωμένης υπόθεσης και αγγίζει τον τρόπο λειτουργίας της εξουσίας. Όταν ένας ευρωπαϊκός θεσμός περιγράφει με τέτοιους όρους την κατάσταση, τότε δεν μιλάμε για επικοινωνιακή κρίση, αλλά για κρίση αξιοπιστίας.

Η επισήμανσή της ότι «δεν υπάρχει καθαρή χώρα» έχει επίσης ιδιαίτερη πολιτική ανάγνωση. Δεν λειτουργεί ως συμψηφισμός, αλλά ως σύγκριση. Ναι, η διαφθορά υπάρχει παντού· όμως αλλού τιμωρείται και αλλού συγκαλύπτεται. Εκεί κρίνεται η ποιότητα της διακυβέρνησης και της Δημοκρατίας. Και η Ελλάδα, δυστυχώς, φαίνεται να δίνει λάθος απαντήσεις.

Το πολιτικό συμπέρασμα είναι σαφές. Οι δηλώσεις της Κοβέσι δεν αποτελούν «επίθεση» προς τη χώρα, όπως κάποιοι σπεύδουν να ισχυριστούν. Αποτελούν προειδοποίηση προς ένα πολιτικό σύστημα που δοκιμάζει τα όρια της ανοχής των θεσμών. Και το ερώτημα που τίθεται πλέον δεν είναι αν θα συνεχιστούν οι έρευνες. Είναι αν η κυβέρνηση μπορεί  ή θέλει  να σταθεί στο ύψος των περιστάσεων.