Γιατί η κυβέρνηση θέλει να αλλάξει τους Ευρωπαίους εισαγγελείς;
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ Η υπόθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα δεν είναι μια τεχνική διαφωνία ούτε ένα ζήτημα διαδικαστικής ερμηνείας. Είναι μια πολιτική σύγκρουση με σαφείς θεσμικές προεκτάσεις, που αποκαλύπτει τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στους μηχανισμούς ελέγχου όταν αυτοί στρέφονται προς την ίδια. Η πρόσφατη […]
Του Ανδρέα Βορύλλα – Βουλευτή Β2 Δυτικού Τομέα Αθηνών με τη ΝΙΚΗ
Η υπόθεση της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα δεν είναι μια τεχνική διαφωνία ούτε ένα ζήτημα διαδικαστικής ερμηνείας. Είναι μια πολιτική σύγκρουση με σαφείς θεσμικές προεκτάσεις, που αποκαλύπτει τη στάση της κυβέρνησης απέναντι στους μηχανισμούς ελέγχου όταν αυτοί στρέφονται προς την ίδια.
Η πρόσφατη απόφαση της Βουλής για την άρση ασυλίας 13 βουλευτών, των οποίων τα ονόματα περιλαμβάνονται σε δικογραφίες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, αποτέλεσε καταλύτη. Αντί η εξέλιξη αυτή να αντιμετωπιστεί ως μια ευκαιρία πλήρους διαλεύκανσης, συνοδεύτηκε από έντονη πολιτική αντίδραση. Δηλώσεις περί «έωλων» κατηγοριών και αιχμές κατά της επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας δεν δείχνουν θεσμική αυτοπεποίθηση· δείχνουν αμηχανία και φόβο απέναντι σε έναν έλεγχο που δεν μπορεί να ελεγχθεί.
Σε αυτό το ήδη φορτισμένο κλίμα, έρχεται να προστεθεί μια ακόμη πιο προβληματική εξέλιξη: η προσπάθεια, μέσω του Δικαστικού Συμβουλίου, να αντικατασταθούν τρεις Έλληνες εντεταλμένοι Ευρωπαίοι εισαγγελείς. Πρόκειται για μια κίνηση που δεν μπορεί να ιδωθεί αποκομμένα από το περιεχόμενο των ερευνών που βρίσκονται σε εξέλιξη. Οι υποθέσεις που διερευνώνται —και ειδικά εκείνη του ΟΠΕΚΕΠΕ— έχουν ήδη λάβει ευρωπαϊκή διάσταση και συνοδεύονται από σοβαρές αναφορές σε φαινόμενα διαφθοράς, νεποτισμού και πελατειακών σχέσεων.
Η χρονική σύμπτωση είναι, τουλάχιστον, αποκαλυπτική. Η επικεφαλής της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας υπήρξε απολύτως ξεκάθαρη: το ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο για την ανανέωση της θητείας των εντεταλμένων εισαγγελέων δεν αφήνει περιθώρια παρερμηνειών. Η διαδικασία είναι ενιαία σε όλα τα κράτη-μέλη και, σε περίπτωση διαφωνίας, υπάρχει ένας και μόνος δρόμος: η προσφυγή στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Η ελληνική κυβέρνηση, ωστόσο, δεν επιλέγει αυτή την οδό. Αντίθετα, επιχειρεί να διαχειριστεί το ζήτημα εσωτερικά, δημιουργώντας την εντύπωση ότι αναζητά τρόπο παρέμβασης σε μια διαδικασία που δεν της ανήκει.
Εδώ ακριβώς εντοπίζεται το πρόβλημα. Δεν πρόκειται απλώς για μια διαφορετική νομική προσέγγιση. Πρόκειται για μια πολιτική επιλογή που θέτει υπό αμφισβήτηση τη συνέπεια της κυβέρνησης ως προς τη στάση της απέναντι στους θεσμούς. Διότι δεν μπορείς να δηλώνεις ότι στηρίζεις έναν ευρωπαϊκό μηχανισμό ελέγχου και ταυτόχρονα να επιχειρείς να αλλάξεις τα πρόσωπα που διεξάγουν τις έρευνες όταν αυτές αρχίζουν να παράγουν αποτελέσματα.
Αυτή η αντίφαση δεν είναι λεπτομέρεια. Είναι ουσία. Διότι δημιουργεί την εντύπωση ότι η αποδοχή των θεσμών είναι επιλεκτική. Ότι οι θεσμοί είναι «χρήσιμοι» όταν δεν ενοχλούν και «προβληματικοί» όταν οι έρευνές τους φτάνουν κοντά στην εξουσία. Και αυτό είναι ένα εξαιρετικά επικίνδυνο μήνυμα σε μια δημοκρατία που οφείλει να στηρίζεται στη διαφάνεια και στη λογοδοσία.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα που διαμορφώνεται στο εσωτερικό της χώρας εντείνει αυτή την ανησυχία. Ενώ η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία προχωρά μεθοδικά τις έρευνές της, οι εθνικοί θεσμοί εμφανίζονται διστακτικοί ή αργοί. Αυτό το θεσμικό κενό δεν ενισχύει την εμπιστοσύνη των πολιτών· αντιθέτως, δημιουργεί την αίσθηση ότι απαιτείται εξωτερική παρέμβαση για να προχωρήσουν υποθέσεις που θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται με την ίδια αποφασιστικότητα σε εθνικό επίπεδο.
Και τα ερωτήματα παραμένουν. Γιατί επιχειρείται τώρα η αντικατάσταση των συγκεκριμένων εισαγγελέων; Γιατί δεν επιλέγεται η θεσμικά προβλεπόμενη ευρωπαϊκή οδός επίλυσης της διαφωνίας; Και τελικά, ποιος έχει συμφέρον να αλλάξουν τα πρόσωπα που διεξάγουν τις έρευνες;
Σε μια ώριμη δημοκρατία, οι απαντήσεις θα έπρεπε να είναι καθαρές. Οι θεσμοί δεν προσαρμόζονται στις πολιτικές ανάγκες της εκάστοτε κυβέρνησης. Η κυβέρνηση οφείλει να λειτουργεί εντός των κανόνων που οι θεσμοί θέτουν.
